Η καθιέρωση ανώτατου ορίου συνολικής βουλευτικής θητείας και η ενίσχυση της δημοκρατικής αρχής. Σκέψεις για την αναθεώρηση του άρθρου 56 Συντ., σε ΕΔΔΔ Σεπτ. 2013

Η καθιέρωση ανώτατου ορίου συνολικής βουλευτικής θητείας και η ενίσχυση της δημοκρατικής αρχής. Σκέψεις για την αναθεώρηση του άρθρου 56 Συντ.

1.      Νέοι μοχλοί αναθεώρησης; Από τα κόμματα στις πλατείες.

Η αναθεώρηση του Συντάγματος αποτέλεσε μια από τις σταθερές στην λειτουργία των πολιτικών θεσμών τις τελευταίες δεκαετίες. Η συμπλήρωση της προβλεπόμενης από το άρθρο 110 παρ. 6 Συντ. πενταετούς προθεσμίας, ώστε να επιτρέπεται η τροποποίηση του καταστατικού χάρτη, παρείχε με σχεδόν αυτόματο τρόπο το έναυσμα, για να ξεκινήσει η σχετική συζήτηση˙ τούτο είχε ως αποτέλεσμα αφενός τα συνταγματικά διακυβεύματα να εντάσσονται στον πολιτικό ανταγωνισμό, να καθίστανται αντικείμενο της τρέχουσας κομματικής αντιπαράθεσης, αφετέρου να αμβλύνονται οι συνταγματικοί όροι που διακρίνουν την αναθεωρητική από την νομοπαραγωγική διαδικασία[1], με την εξής έννοια: Ζητήματα που ανήκουν στο πεδίο του νόμου, ενδεικτικά η ρύθμιση του άναρχου ραδιοτηλεοπτικού πεδίου, εντάχθηκαν στον καταστατικό χάρτη, προκειμένου να απαντηθούν οι πολιτικές δυσκολίες της κυβερνητικής πλειοψηφίας και να μετατεθεί μέρος της ευθύνης του κυβερνητικού επιτελείου. Έτσι, η αναθεωρητική διαδικασία είχε αναδειχθεί σε παράμετρο σταθεροποίησης του πολιτικού και κομματικού συστήματος, καθώς μέσα από αυτήν τυποποιήθηκαν και ενισχύθηκαν τα ειδικότερα χαρακτηριστικά του πρωθυπουργοκεντρικού κοινοβουλευτισμού, επιχειρήθηκε η εξάλειψη των πολιτικών αποριών του, παράλληλα δε ευνοήθηκε ο δικομματισμός, καθώς η ολοκλήρωση της αναθεώρησης στηριζόταν στην ύπαρξη μιας συμπαγούς και πειθαρχημένης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Τα τρία τελευταία, όμως, χρόνια τα πολιτικά και πολιτειακά δεδομένα ανατράπηκαν άρδην. Η οικονομική κρίση που οδήγησε στον δανεισμό της Ελληνικής Δημοκρατίας και στην δέσμευσή της να αποδέχεται την επιτήρηση των δανειστών, δεν αποδόμησε απλώς, έστω και με καταιγιστικό τρόπο, την κοινωνικοοικονομική ζωή της χώρας˙ κατέστησε έκδηλες τις παθογένειες του πολιτικού συστήματος και τις αδυναμίες οργάνωσης και λειτουργίας του διοικητικού μηχανισμού, ενώ μετέβαλε ουσιαστικά τους όρους άσκησης της πολιτικής εξουσίας και εντέλει επέφερε τομή στην λειτουργία του πολιτεύματος[2]: ακόμη και αν  κανείς δεν συντάσσεται με την άποψη, ότι η ελληνική πολιτεία έχει απωλέσει την κυριαρχία της και έχει περιπέσει σε καθεστώς που μοιάζει με κατεχόμενης χώρας, ο πλήρης επικαθορισμός της γενικής πολιτικής από τους ξένους παράγοντες και η συνακόλουθη περιθωριοποίηση των συνταγματικών οργάνων του κράτους έχουν καταστήσει προφανή την μετάλλαξη των πολιτειακών δομών.

Μέσα στην πολυεπίπεδη αυτή δίνη, οι βασικές λειτουργίες του Συντάγματος αδρανοποιούνται: η εγγύηση  των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της πολιτικής αυτονομίας, η ρύθμιση της δράσης των κρατικών οργάνων ακόμη και η νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας δεν εξασφαλίζονται από την εφαρμογή του καταστατικού χάρτη και των προταγμάτων του[3]. Επιπλέον, η διεθνής διάσταση της κρίσης, αλλά και η αδυναμία των κρατών και των πολιτικών οργανισμών, όπως η Ε.Ε., να  δώσουν απαντήσεις στα οξύτατα κοινωνικά προβλήματα και να αντιμετωπίσουν την επέλαση των «αγορών», που φιλοδοξούν να υποτάξουν όλους τους τομείς της κοινωνικής συμβίωσης στους δικούς τους κανόνες, φαίνεται να στερούν το Σύνταγμα από το κατ’εξοχήν αντικείμενό του: Το κράτος εγκαταλείπεται ως πεδίο ανάπτυξης και οργάνωσης του εξουσιαστικού φαινομένου και τα πολιτεύματα τείνουν να υποκατασταθούν από άλλες μορφές διαχείρισης των πολιτικών πραγμάτων, όπως για παράδειγμα από την «διακυβέρνηση» (governance)[4].

Παρ΄όλα αυτά η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος τέθηκε στο προσκήνιο πριν ακόμη συμπληρωθεί η προθεσμία του άρθρου 110 παρ. 6 Συντ. Μάλιστα, οι ραγδαίες αλλαγές που συντελέστηκαν  στην κοινωνία και στο πολίτευμα, οδήγησαν μέρος της θεωρίας και του πολιτικού προσωπικού να προτείνει ριζικές τροποποιήσεις, ακόμη και ρυθμίσεις που υπερβαίνουν είτε τα ουσιαστικά[5] είτε τα διαδικαστικά όρια της αναθεώρησης[6], ώστε το θεσμικό οπλοστάσιο της χώρας να ανανεωθεί πλήρως και να μπορεί να απαντήσει στις σκληρές προκλήσεις των καιρών.   Στο σύντομο αυτό σημείωμα δεν είναι δυνατόν να σχολιαστούν οι ενδιαφέρουσες απόψεις σχετικά με το εύρος και την σημασία μιας ενδεχόμενης αναθεώρησης. Ωστόσο δυο βασικές επισημάνσεις επιβάλλονται:

Πρώτα από όλα, η οικονομική κρίση και η άσκηση της πολιτικής υπό την επικυριαρχία των φορέων του ανεξέλεγκτου χρηματιστηριακού καπιταλισμού δεν έχουν κλονίσει την σχέση του ελληνικού λαού με το Σύνταγμα. Η αντίληψη ότι ο καταστατικός χάρτης περιλαμβάνει τις πιο αποτελεσματικές εγγυήσεις της προσωπικής και συλλογικής αυτονομίας παραμένει γενική, εκφράστηκε δε με άμεσο τρόπο στις ευρείες λαϊκές συγκεντρώσεις που πραγματοποιήθηκαν το καλοκαίρι του 2011 και είναι γνωστές ως το φαινόμενο των «πλατειών»[7].  Τούτο συνιστά μια ελπιδοφόρα περίσταση: ο ελληνικός λαός δείχνει να αποκρούει την εξουδετέρωση της πολιτικής από την οικονομία, να αναζητά διέξοδο από τα προβλήματα μέσω της ανασύνταξης των δημοκρατικών θεσμών και παράλληλα να αναγνωρίζει ότι μέρος της ευθύνης για τις δραματικές εξελίξεις αναλογεί στο εγχώριο πολιτικό σύστημα, στο οποίο ο ίδιος μετέχει και που επείγει να αναδιαρθρωθεί.

Δεύτερο, ευρεία συναίνεση διαμορφώνεται σχετικά με την στόχευση της προσεχούς αναθεώρησης, η οποία  θεωρείται ως το έσχατο μέσο για την απάλειψη των παραγόντων, που διέβρωσαν τον δημοκρατικό και δικαιοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος: η εξάλειψη των πελατειακών σχέσεων, ο περιορισμός της αθέμιτης επίδρασης της εκτελεστικής στην δικαστική εξουσία, η ανατροπή της πρωτοκαθεδρίας των κομματικών επιτελείων στον κοινοβουλευτικό και πολιτικό βίο, η ουσιαστικοποίηση της πολιτικής και ο εξορθολογισμός της ποινικής ευθύνης των υπουργών μετατίθενται σε μεγάλο βαθμό στην διαδικασία τροποποίησης του καταστατικού χάρτη.

2.      Αντιπροσώπευση με ή χωρίς αντιπροσώπους; Το αίτημα πραγμάτωσης της λαϊκής κυριαρχίας και οι απορίες του συνταγματικού δικαίου.

Φαίνεται, λοιπόν, στο Σύνταγμα να ανατίθεται όχι μόνο η οργάνωση της κρατικής εξουσίας, αλλά και η αποκατάσταση της αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος. Πρόκειται για μια δύσκολη αποστολή, καθώς οι συνταγματικοί κανόνες επηρεάζουν μεν τις πολιτικές συμπεριφορές και στάσεις, ωστόσο δεν επαρκούν για να αλλάξουν πρακτικές δεκαετιών και για να διαμορφωθούν οι ηθικοπολιτικές προκείμενες που στηρίζουν την ομαλή  της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας[8]. Ενδιαφέρον, πάντως, παρουσιάζουν ορισμένες προτάσεις  που αφορούν στην θέση ορίων στους κυβερνώντες, προκειμένου αυτοί να μην συνδέονται σταθερά με τα προνόμια που εξασφαλίζει η διαχείριση της εξουσίας, να αποτρέπεται η αυθαιρεσία και να διευκολύνεται ο σεβασμός των θεμελιωδών αρχών του πολιτεύματος. Έτσι, επανέρχεται η σκέψη της καθιέρωσης κωλύματος[9] που θα εμποδίζει την υποψηφιότητα στις βουλευτικές εκλογές και την εκλογή καθενός προσώπου που έχει συμπληρώσει ορισμένο αριθμό θητειών ή ορισμένο χρόνο παραμονής στο Κοινοβούλιο. Με τον τρόπο αυτό, η σχέση των βουλευτών με την εξουσία δεν θα παγιώνεται και η σύνθεση της Βουλής θα αναμορφώνεται προς όφελος μιας ουσιαστικής πολιτικής εκπροσώπησης.

Πραγματικά, η μακρόχρονη παραμονή βουλευτών στο αξίωμά τους ευνοεί την ανάπτυξη προσωπικών δικτύων ανάμεσα σε αυτούς και στους εκλογείς τους, τους παρέχει ευχέρεια συμμετοχής στο κοινοβουλευτικό έργο, αλλά και την δυνατότητα εύκολης πρόσβασης στα υπουργικά γραφεία και διεκδίκησης ευεργετημάτων για τους ίδιους ή την πολιτική τους πελατεία, τους προσφέρει «αναγνωρισιμότητα», δηλαδή ευνοϊκούς όρους δημόσιας παρέμβασης, με δυο λόγια στηρίζει την προσωποποίηση και την «επαγγελματοποίηση» της πολιτικής και της εξουσίας[10]. Για τον λόγο αυτό, η δημοκρατική θεώρηση των αντιπροσωπευτικών θεσμών είχε εγκαίρως προτείνει την καθιέρωση του συγκεκριμένου κωλύματος είτε με την μορφή απαγόρευσης της δεύτερης ή τρίτης συνεχούς θητείας[11] είτε με την πρόβλεψη ανώτατου χρονικού ορίου παραμονής στα βουλευτικά έδρανα, ενδεικτικά την οκταετία ή δεκαετία.

Η εισαγωγή του κωλύματος αυτού, με την προσθήκη σχετικής ρύθμισης στο άρθρο 56 Συντ., γεννά εύλογες ενστάσεις˙ καταρχάς, όπως κανείς βάσιμα μπορεί υποθέσει, η θέσπιση  ανώτατου ορίου της βουλευτικής θητείας θα τείνει να ενισχύσει την εξουσία της κομματικής ηγεσίας. Με εναλλασσόμενη την σύνθεση της κοινοβουλευτικής ομάδας, η οποία θα συγκροτείται από πρόσωπα με μικρή εμπειρία στα κοινοβουλευτικά πράγματα, ο κομματικός μηχανισμός καθεμιάς παράταξης θα προσδιορίζει αυτός τις κατευθύνσεις της πολιτικής δράσης των βουλευτών της, στα κρίσιμα τουλάχιστον ζητήματα. Με τον τρόπο αυτό, η περιθωριοποίηση της λαϊκής αντιπροσωπείας θα συνεχιστεί, με διαφορετική διατύπωση, η μεταρρύθμιση θα αποβεί ανώφελη.   

Εξάλλου, δεν μπορεί να αμεληθεί το ακόλουθο: η απομάκρυνση των στελεχών που είναι εξοικειωμένα με το κοινοβουλευτικό έργο, θα δυσκολέψει το τελευταίο, καθώς και την συγκροτημένη παρέμβαση των πολιτικών δυνάμεων σε αυτό. Η συνθετότητα των σύγχρονων προβλημάτων, ο εν πολλοίς τεχνικός χαρακτήρας τους και το εύρος των κοινοβουλευτικών εργασιών απαιτούν την ανάπτυξη μιας «τεχνογνωσίας» για την ουσιαστική συμμετοχή στην κοινοβουλευτική πράξη. Δεν είναι τυχαίο, ότι με την αναθεώρηση του 2001 και με διαδοχικές τροποποιήσεις του Κανονισμού της Βουλής, αναβαθμίστηκε ο ρόλος των Επιτροπών της Βουλής, ώστε να εξασφαλίζεται μια συστηματική προσέγγιση των ζητημάτων και η ευρύτερη δυνατή ανάμειξη των βουλευτών στην αντιμετώπισή τους. Η διαρκής ανανέωση του πολιτικού προσωπικού  αναμένεται να αποστερήσει τους βουλευτές από την αναγκαία «εξειδίκευση» και να περιορίσει την συνεισφορά τους στην διαμόρφωση τόσο των πολιτικών επιλογών της κόμματός τους, όσο και των αποφάσεων της λαϊκής αντιπροσωπείας.

Σημαντικότερες δείχνουν, πάντως, οι αντιρρήσεις που συνδέονται με το γεγονός, ότι το συγκεκριμένο κώλυμα συνιστά περιορισμό των δικαιωμάτων του εκλέγειν και εκλέγεσθαι (άρθρα 51 παρ 3 και 55 παρ.  1 Συντ.). Πραγματικά, με την εισαγωγή ανώτατου ορίου επιτρεπόμενων κοινοβουλευτικών θητειών ή ανώτατου χρόνου παραμονής στο βουλευτικό αξίωμα, το εκλογικό σώμα δεν θα μπορεί να επανεκλέξει πρόσωπα, ακόμη και αν αυτά είχαν εκπληρώσει ευδόκιμα τα καθήκοντά τους και είχαν με αποτελεσματικότητα εξυπηρετήσει το γενικό συμφέρον, συνδυάζοντάς το και με τα ενδιαφέροντα των κοινωνικών ομάδων ή/και της περιφέρειας που εκπροσωπούσαν. Ταυτόχρονα, οι απερχόμενοι βουλευτές στερούνται του δικαιώματος να είναι υποψήφιοι για μόνον τον λόγο, ότι είχαν ήδη θητεύσει στην λαϊκή αντιπροσωπεία και παρ΄ότι ενδεχομένως είχαν παράγει λαμπρό έργο. Ο περιορισμός δείχνει δραστικός και ο θεμιτός χαρακτήρας του καταφάσκεται μόνον αν διαπιστωθεί ότι η θέσπισή του συμβάλλει στην ομαλότερη απόλαυση των παραπάνω δικαιωμάτων από όλα τα μέλη του εκλογικού σώματος και στην διασφάλιση των συνταγματικών χαρακτηριστικών της εκλογικής διαδικασίας[12]

Οι εκλογές στο αντιπροσωπευτικό δημοκρατικό πολίτευμα μας είναι η διαδικασία κατά την οποία η κοινότητα των ίσων και ελεύθερων πολιτών που αποτελεί την έδρα και τον φορέα της κυριαρχίας, επιλέγει τους αντιπροσώπους στους οποίους αναθέτει την άσκηση της τελευταίας. Προκειμένου η επιλογή αυτή να προσκτάται θεσμικό νόημα, να παράγει νομικοπολιτικές συνέπειες και να μην εξαντλείται στην χορήγηση μιας «λευκής επιταγής» στους βουλευτές, οι εκλογές θα πρέπει να αναδεικνύονται ως η σπουδαιότερη στιγμή, το τελικό στάδιο της πραγμάτωσης του πολιτικού ανταγωνισμού. Διαφορετικά, η συμμετοχή των πολιτών στα δημόσια πράγματα είναι λυμφατική και ο χαρακτηρισμός του πολιτεύματος ως δημοκρατικού απλό πρόσχημα. Η ανάδειξη των βουλευτών, λοιπόν, είναι η διαδικασία που –πρέπει να- εξασφαλίζει την ορθολογική άρθρωση των διαφορετικών συμφερόντων, απόψεων και ιδεολογιών που αναπτύσσονται στο κοινωνικό σώμα, την γενίκευσή τους μέσα από την αντιπαράθεση και την έκφρασή τους στο πεδίο άσκησης της κρατικής εξουσίας[13].

Για τους λόγους αυτούς, η συνταγματική καθιέρωση της ελεύθερης εντολής (άρθρο 51 παρ. 3 Συντ.) έχει πάψει από δεκαετίες να θεωρείται ως το θεμέλιο μιας διαδικασίας, δια της οποίας η εξουσία ανατίθεται σε συγκεκριμένα πρόσωπα, που λόγω των ιδιοτήτων και προσόντων τους μπορούν να διαχειριστούν με αγαθό τρόπο τα δημόσια πράγματα. Οι μακρόχρονοι αγώνες για τον εκδημοκρατισμό του πολιτεύματος στόχευαν, μεταξύ άλλων, στην αναγνώριση της αρμοδιότητας του εκλογικού σώματος να επιλέγει αυτό το κυβερνητικό πρόγραμμα ή τουλάχιστον τους βασικούς του στόχους και, μαζί με αυτούς, τα πρόσωπα που θα κληθούν να το υλοποιήσουν.  Έτσι, στο ελληνικό συνταγματικό δίκαιο εγκαίρως[14] αποτυπώθηκε η αντίληψη, ότι η εκλογή των μελών της λαϊκής αντιπροσωπείας συνιστά κυρίως την επιλογή μιας συγκροτημένης πρότασης για την γενική πολιτική της χώρας και δευτερευόντως την ανάδειξη κάποιων προσώπων στο βουλευτικό αξίωμα[15].

Συνακόλουθα, στο ελληνικό πολίτευμα, η εκλογή των αντιπροσώπων αποτελεί τον κατεξοχήν μηχανισμό πραγμάτωσης της δημοκρατικής αρχής, επειδή με αυτήν εκδηλώνεται η δόση μιας «πολιτικής εντολής- πλαισίου»[16], που καθιστά πιο ουσιαστική την αντιπροσώπευση και διευκολύνει τον σεβασμό της λαϊκής βούλησης σε όλη την διάρκεια της θητείας των κρατικών οργάνων. Βέβαια, η εντολή αυτή πρέπει, κατά το Σύνταγμα, να δίνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, που αναλαμβάνει να την εκπληρώσει, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα την ευθύνη να λογοδοτήσει στο εκλογικό σώμα για την εκπλήρωση του πολιτικού προγράμματος με βάση το οποίο αναδείχθηκε στην εξουσία. Η εκλογή, συνεπώς, -οφείλει να- συγκεράζει το προσωπικό με το πολιτικό, προγραμματικό στοιχείο, με τρόπο τέτοιο που οι εκλογείς να επηρεάζουν αληθινά την πορεία της πολιτικής ζωής, την διαμόρφωση της γενικής πολιτικής και την διαχείριση των δημόσιων πραγμάτων. Έτσι μόνον εξασφαλίζεται ο σεβασμός της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας και στηρίζεται η εφαρμογή της.

Αξιοποιώντας και τις σκέψεις του ΑΕΔ, που πριν περίπου τρεις δεκαετίες έκρινε ότι «η καθιέρωσις της ελεύθερης εντολής του βουλευτού, ως αντιπροσώπου του έθνους δεν είναι ασυμβίβαστη ούτε με την οργάνωσιν των βουλευτών σε κόμματα τα οποία άλλωστε αναγορεύονται από το Σύνταγμα σε πολιτικό θεσμό, που αποτελεί καθοριστικό οργανικό παράγοντα της λειτουργίας του πολιτεύματος, ούτε με την κατάργησιν του σταυρού προτιμήσεως»[17] οδηγούμαστε στο εξής συμπέρασμα: η αναζήτηση θεσμικών μέσων, άρα και η θέσπιση κωλυμάτων, που θα συμβάλλουν, ώστε η εκλογική αναμέτρηση να επιτελεί την παραπάνω δημοκρατική αποστολή της καταρχήν εναρμονίζεται με την ελευθερία των εκλογέων να επιλέξουν συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντιπρόσωπό τους και με την φιλοδοξία των υποψήφιων να καταλαμβάνουν το βουλευτικό αξίωμα. Περαιτέρω, οι ριζικές πολιτικές αλλαγές που παρατηρούνται στα πολιτεύματα της μετανεωτερικότητας, καθιστούν αναγκαίο τον επαναπροσδιορισμό των όρων και των ορίων συμμετοχής στην εκλογική διαδικασία[18], προκειμένου αυτή να παραμείνει ο κύριος άξονας λειτουργίας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

3.      Το ανώτατο όριο συνολικής βουλευτικής θητείας, ένα στοίχημα για την αντιπροσωπευτική δημοκρατία.  

Πραγματικά, σήμερα η σημαντικότερη απειλή για την ελεύθερη και ισότιμη συμμετοχή των μελών της πολιτικής κοινότητας στα δημόσια πράγματα πηγάζει από μια νέα μορφή προσωποποίησης της εξουσίας, που σηματοδοτεί βαθύτερες αλλαγές στην πολιτική θέσμιση των κοινωνιών. Οι τελευταίες εκδηλώνονται με την σταδιακή εγκατάσταση της «τεχνοδημοκρατίας», στο πλαίσιο της οποίας οι πολιτικές σχέσεις τείνουν να υποκατασταθούν από ένα πρόγραμμα παραγωγής των πολιτικών αποφάσεων από τους επαϊοντες της οικονομίας, των διεθνών σχέσεων και της επικοινωνίας. Συνακόλουθα, στον πολιτικό και επιστημονικό διάλογο προβάλλεται η άποψη πως η σύγχρονη «αγαθή διακυβέρνηση» [19] ή έστω η αποτελεσματική διαχείριση των δημόσιων πραγμάτων στις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες απαιτούν η άσκηση της εξουσίας να ακολουθεί τους κανόνες των επιστημών και της ηθικής. Η αντίληψη αυτή ενισχύθηκε με την οικονομική κρίση που αποτέλεσε την αφορμή είτε για τον σχηματισμό κυβερνήσεων υπό την ηγεσία τεχνοκρατών[20] είτε για την δραστική ενίσχυση της παρουσίας τους στα υπουργικά συμβούλια. Στα κρίσιμα και σοβαρά, οι εκπρόσωποι του λαού παραμερίστηκαν και η σωτηρία της πατρίδας ανατέθηκε στους ειδικούς, με πενιχρά είναι αλήθεια αποτελέσματα[21].

Ωστόσο, η σημασία αυτής της εξέλιξης δεν μπορεί να παραμεληθεί,  ιδίως ενόψει των κανονιστικών συνεπειών που αναπτύσσει στο ζήτημα που μας απασχολεί: η παραδοχή πως η άσκηση της πολιτικής πρέπει να ακολουθεί τους κανόνες της τεχνολογίας και της οικονομίας, αλλοιώνει τα χαρακτηριστικά της εκλογικής διαδικασίας, που κινδυνεύει να μετατραπεί  σε δίαυλο εναλλαγής των εκπροσώπων των διαφόρων «σχολών» στην εξουσία. Με άλλα λόγια, ορατός είναι ο κίνδυνος οι εκλογές να αποβάλλουν την αποστολή στελέχωσης του Κοινοβουλίου με όρους πολιτικής αντιπροσώπευσης και να μετεξελιχθούν σε μηχανισμό επιλογής των «αρίστων». Το κανονιστικό νόημα της εντολής κατ΄ άρθρο 51 παρ 2 Συντ. θα επανακαθοριστεί και  οι δεσμεύσεις που απορρέουν από αυτήν θα περιοριστούν.

Όπως είναι ευνόητο, μια τέτοια μεταλλαγή θα οδηγήσει το εκλογικό σώμα στο περιθώριο των πολιτικών πραγμάτων, καθώς η εξουσία του θα συρρικνωθεί στην ευχέρεια επιλογής μεταξύ όσων λίγων θα διαθέτουν τα αναγκαία προσόντα και την κατάλληλη πρόσβαση στα δημόσια fora, για να τα επιδείξουν. Απέναντι σε αυτόν τον ολιγαρχικής κατεύθυνσης προσανατολισμό, το συνταγματικό δίκαιο αναζητά εργαλεία ικανά να διατηρήσουν την δημοκρατική συμμετοχή, την ευχέρεια των πολλών να στοχάζονται ισότιμα για το δημόσιο συμφέρον και να συμπράττουν στην διαμόρφωσή του είτε προσωπικά είτε με την ανάδειξη ομοίων τους στα κρατικά αξιώματα. Σε αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, η τροποποίηση του άρθρου 56 Συντ. και η θέσπιση κωλύματος που θα αποτρέπει την μακρόχρονη παραμονή ορισμένων προσώπων στην εξουσία, που θα διευκολύνει την ανανέωση του αντιπροσωπευτικού σώματος και τον αποτελεσματικότερο έλεγχο των μελών του από το εκλογικό σώμα, αποβάλλει τον περιοριστικό της χαρακτήρα. Τούτο, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η συνταγματικά προβλεπόμενη απαγόρευση συμμετοχής στις εκλογές μετά την συμπλήρωση του καθορισμένου αριθμού θητειών ή χρόνου δεν θα είναι διαρκής, αλλά θα αφορά την υποψηφιότητα του απερχόμενου βουλευτή μόνον στην αμέσως επόμενη εκλογική αναμέτρηση.

Πραγματικά, με την παραπάνω έννοια, η πρόβλεψη ανώτατου συνολικά ορίου θητειών δεν παρακωλύει  καθένα πολίτη να διεκδικήσει την εμπιστοσύνη του εκλογικού σώματος, ούτε περιορίζει τις επιλογές του τελευταίου. Εισάγει απλώς ρύθμιση που θέτει ένα χρονικό όριο παραμονής στην εξουσία, χωρίς να παρεμποδίζει την ενεργή συμμετοχή των ενδιαφερόμενων στην πολιτική, στην οποία μπορούν να επιστρέψουν μετά την πάροδο μιας κοινοβουλευτικής θητείας, σε σύντομο δηλαδή διάστημα. Εξάλλου, το εκλογικό σώμα διατηρεί την ελευθερία να επιλέξει ανάμεσα στους υποψήφιους που εκφράζουν τις πολιτικές απόψεις του και με την εκλογή των προσώπων να εξειδικεύσει τις κατευθύνσεις που θα χαράξει για την άσκηση της πολιτικής.  

Ενώ, λοιπόν, τα δικαιώματα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι δεν περιορίζονται, ιδρύονται συνθήκες που ευνοούν την στελέχωση της λαϊκής αντιπροσωπείας όχι με βάση το βιογραφικό των υποψηφίων, αλλά μέσα από μια διαδικασία πολιτικής αντιπαράθεσης και πολιτικών επιλογών. Η δυνατότητα επιρροής στην εκλογική θέληση που διαθέτουν τα «αναγνωρίσιμα» πολιτικά στελέχη περιορίζεται και δίνεται η ευκαιρία σε νέα πρόσωπα, κατά τεκμήριο λιγότερο συνδεδεμένα με την υπουργική ή κομματική εξουσία, να ασκήσουν το βουλευτικό αξίωμα.  Για τον λόγο αυτό, η θέσπιση του κωλύματος αναμένεται να αναδειχθεί σε παράμετρο ενίσχυσης της πολιτικής ισότητας και γενικότερα βελτίωσης της λειτουργίας του κοινοβουλευτικού συστήματος: εφόσον και καθόσον το κώλυμα αυτό συμβάλλει στην ενίσχυση του πολιτικού στοιχείου κατά την επιλογή των μελών της λαϊκής αντιπροσωπείας, ο έλεγχος των κυβερνώντων από αυτή θα γίνει αποτελεσματικότερος και η πολιτική τους ευθύνη πιο ουσιαστική: οι εκπρόσωποι του εκλογικού σώματος θα παρακολουθούν το κυβερνητικό έργο ως φορείς μιας εντολής με σαφέστερα χαρακτηριστικά και απαλλαγμένοι από το φάσμα της επανεκλογής τους, με άλλα λόγια θα αναπτύσσουν ευχερέστερα κριτική στάση απέναντι στις πρωτοβουλίες και στις αποφάσεις της εκτελεστικής εξουσίας.

Τέλος, η υιοθέτηση του κωλύματος παρουσιάζει ένα πρόσθετο ενδιαφέρον: το αίτημα για ανανέωση του πολιτικού προσωπικού εκφράστηκε με έμφαση -και στην συνταγματική του διάσταση- από σημαντικό αριθμό  φορέων και προσώπων˙ στις συζητήσεις που είχαν ως αντικείμενο την αντιμετώπιση της κρίσης, διατυπώθηκαν κατ’ επανάληψη σχετικές προτάσεις, οπότε η αναθεώρηση του άρθρου 56 Συντ. θα αποτελέσει την θεσμική απάντηση στις προσδοκίες μεγάλου μέρους των πολιτών. Εξάλλου, η εφαρμογή του θα δείξει αν και σε ποιο βαθμό μια συνταγματική ρύθμιση μπορεί να επιφέρει την εξάλειψη των δυσλειτουργιών του πολιτικού συστήματος και να αποκαταστήσει, στις παρούσες συνθήκες, τα δημοκρατικά χαρακτηριστικά των θεσμών. Έτσι,  η αναθεώρηση του άρθρου 56 Συντ είναι μια ευκαιρία να δοκιμαστεί η σχέση του ελληνικού λαού με το Σύνταγμα στην εποχή της κρίσης και να διερευνηθεί αν η πίστη στην εγγυητική λειτουργία του παραμένει δικαιολογημένη.  

Ιφιγένεια Καμτσίδου

Νομική Σχολή ΑΠΘ

 

 


[1] Απολύτως ενδεικτικά,  βλ. Α. Μανιτάκη, Ο Ελληνικός συνταγματισμός αντιμέτωπος με τον συναινετικό αναθεωρητισμό, Αθήνα, Ινστιτούτο Ν. Πουλαντζάς, 2006, passim., Κ. Χρυσόγονου, «Η μεταλλαγή της αναθεωρητικής λειτουργίας», σε Ξ. Κοντιάδη (επιμ.), Πέντε χρόνια μετά την αναθεώρηση του 2001 τμ. Ι, Αθήνα- Κομοτηνή, Α. Σάκκουλα, 2006, σ. 105 επ

[2] Γ.Δρόσος, «Το «Μνημόνιο» ως σημείο στροφής του πολιτεύματος», σε www.constitutionalism.gr, βλ. επίσης, του ίδιου «Ζητήματα συνταγματικής οργάνωσης, δικαστικής προστασίας και δημοκρατίας στην εποχή της σημερινής κρίσης»,  Γ. Σωτηρέλη, «Σύνταγμα και πολιτική υπό το φως των νέων δεδομένων: τα διακυβεύματα, οι δυνατότητες, τα όρια», , του ίδιου, «Το Σύνταγμα στην εποχή της κρίσης. Προς ένα νέο συνταγματισμό;», στον παραπάνω ιστότοπο, Π. Μαντζούφα, «Οικονομική κρίση και Σύνταγμα»,  Α. Καϊδατζή, «“Μεγάλη πολιτική” και ασθενής δικαστικός έλεγχος. Συνταγματικά ζητήματα και ζητήματα συνταγματικότητας στο “Μνημόνιο”», όλες οι παραπάνω μελέτες σε www.constitutionalism.gr, καθώς και Ευ. Βενιζέλου, «Εθνικό Σύνταγμα και εθνική κυριαρχία υπό συνθήκες διεθνούς οικονομικής κρίσης», Ξ. Κοντιάδη, «Οικονομική κρίση, κυριαρχία και συνταγματική μεταβολή. Συγκριτικές παρατηρήσεις και υποθέσεις εργασίας», και Α. Δημητρόπουλου, «Η ρυθμιστική εξουσία του εκλογικού σώματος και η κρίση του αντιπροσωπευτισμού», σε Ξ. Κοντιάδη-Φ. Σπυρόπουλου- Κ. Τσουκαλά, Δημοκρατία, Σύνταγμα, Ευρώπη στην εποχή της κρίσης, Αθήνα, Σαββάλας, 2012, σ. 29 επ., 44 επ. και 179 επ. αντίστοιχα.

[3] Βλ. ενδεικτικά, Κ.Χρυσόγονου, Η καταστρατήγηση του Συντάγματος στην εποχή των Μνημονίων, Αθήνα, Λιβάνης, 2013, ιδίως σ. 37 -67, Χ. Κουρουνδή, «Το «Μνημόνιο» ως έκφανση συνταγματικής αλλοίωσης (fraude à laConstitution)», σεwww.constitutionalism.gr, Ι. Καμτσίδου, «Οικονομική κρίση, Σύνταγμα και δημοκρατία», στον ίδιο ιστότοπο .

[4] Βλ. Β. Αρανίτη- Ευθ. Παπαβλασόπουλος- Μ. Σπουρδαλάκης, «Από την πολυεπίπεδη διακυβέρνηση στο…Μνημόνιο. Το ‘χρονικό’ μιας προαναγγελθείσας κρίσης», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 134-135, 2011, σ. 37 επ. Η governance στοχεύει να αντικαταστήσει την συνταγματικά οργανωμένη άσκηση της πολιτικής εξουσίας με την λειτουργία μιας πολιτικής δομής που, εξασφαλίζοντας την αυτορρύθμιση των σημαντικότερων οικονομικών τομέων, συγκροτεί ένα ισχυρό νομικό πλαίσιο για την ρύθμιση του ανταγωνισμού και την διαφύλαξη της δημόσιας τάξης, ενώ διαμορφώνει τις επιμέρους «πολιτικές», με αποδέκτη όχι το λαό αλλά τον «πληθυσμό». Η θέση του τελευταίο στο εσωτερικό του συστήματος εξαντλείται στην οργάνωση ομάδων, οι οποίες επιδιώκουν την ικανοποίηση των συμφερόντων τους μέσα από την άτυπη επικοινωνία με τους φορείς της εξουσίας, βλ. επίσης Ι.Καμτσίδου, «Το κοινοβουλευτικό σύστημα. Δημοκρατική αρχή και κυβερνητική ευθύνη», Αθήνα, Σαββάλας, 2011, σ. 46 επ.

[5] Έτσι, η πρόταση για εγκατάσταση προεδρικού κυβερνητικού συστήματος, ενδεικτικά Τ. Βιδάλη, «Φρουροί των Βερσαλλιών;» σε www.constitutionalism.gr., του ίδιου, « ‘Λιγότερη Βουλή!’: η προοπτική της προεδρικής δημοκρατίας» στον ίδιο ιστότοπο, Θ. Διαμαντόπουλου, Προεδρικό σύστημα στην Ελλάδα; Σκέψεις για μια νέα θεσμική αρχιτεκτονική, Αθήνα, Παπαζήση, 2011, έμμεσα δε ο Γ. Κατρούγκαλος, «Από τη Γ’ στη Δ’ Ελληνική Δημοκρατία», στο μπλογκ Προεδρική Δημοκρατία, πρβλ Α. Αργυρού, « ‘Για μια νέα μεταπολίτευση’: Αναγκαία η συνταγματική αναθεώρηση», σε www.constitutionalism.gr

[6] Βλ. για παράδειγμα τις απαντήσεις των Π. Παυλόπουλου, Αναθεώρηση του Συντάγματος μέσω δημοψηφίσματος; σε www.constitutionalism.gr Χ, Ανθόπουλου, «Αναθεώρηση και δημοψήφισμα», Το Έθνος, 29/6/2011, στην φιλολογία για την αναθεώρηση του Συντάγματος με την διενέργεια δημοψηφίσματος.

[7] Βλ. Α. Δημητρόπουλου, ό.π., Σ. Σκαμνέλου, «Συνταγματική αναθεώρηση, Στα όρια της Συντακτικής», σε www.rednotebook.gr . Αξίζει να σημειωθεί, ότι στην συνέχεια διοργανώθηκαν αρκετές εκδηλώσεις που στόχευαν να συνδυάσουν την συμμετοχή των πολιτών στην συζήτηση για την αναθεώρηση με την γνώμη των ειδικών, ενώ λειτουργούν ηλεκτρονικοί ιστότοποι με το ίδιο αντικείμενο π.χ. ο http://www.neosyntagma.net

[8] Όπως, μάλιστα, επισημαίνει ο Γ. Σωτηρέλης, ««Σύνταγμα και πολιτική υπό το φως των νέων δεδομένων: τα διακυβεύματα, οι δυνατότητες, τα όρια», ό.π., ελλοχεύει «ο κίνδυνος του συνταγματικού λαϊκισμού. Ο κίνδυνος δηλαδή να θεωρηθεί η αναθεώρηση του Συντάγματος πανάκεια, διά «πάσαν νόσον» του πολιτικοδιοικητικού μας συστήματος, και να μετατεθεί στο μέλλον, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας, η επίλυση των σοβαρότατων σημερινών προβλημάτων.»

[9] Έτσι, ο Κ. Χρυσόγονος, «Σχεδίασμα εκδημοκρατισμού. Δώδεκα σκέψεις για μια άλλη αναθεώρηση», σε www.constitutionalism.gr και ήδη σε Ξ. Κοντιάδη-Φ. ΣπυρόπουλουΚ. Τσουκαλά, ό.π., σ. 74 επ. (78)

[10] B. Manin, Principes du gouvernement représentatif, Παρίσι, Flammarion, 1996, σ. 279  επ.,

[11]Για παράδειγμα, στο πρώτο Σύνταγμα της Γαλλικής Επανάστασης η σχετική διάταξη όριζε ότι «τα μέλη του νομοθετικού σώματος μπορούν να επανεκλεγούν στο επόμενο και δεν μπορούν (να επανεκλεγούν) στη συνέχεια, παρά μόνο ύστερα από την πάροδο μιας νομοθετικής (περιόδου)», βλ. Κ. Χρυσόγονου, «Σχεδίασμα εκδημοκρατισμού. Δώδεκα σκέψεις για μια άλλη αναθεώρηση», ό.π, σ. 79.

[12] Πρβλ. Κ. Χρυσόγονου, Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, 2003, σ. 450 επ. και γενικότερα για την ratio των κωλυμάτων βλ. Γ. Σωτηρέλη, Κωλύματα εκλογιμότητας και ασυμβίβαστα βουλευτών στο μεταίχμιο δύο συνταγματικών αναθεωρήσεων, Αθήνα, εκδ. Σάκκουλα, 2006, σ. 2 επ..

[13] Πρβλ. Ch.Mouffe, Το Δημοκρατικό παράδοξο, Αθήνα, Πόλις, 2004, σ. 146 επ., 183 επ.

[14] Βλ. Α. Σβώλου, Το Νέον Σύνταγμα και αι βάσεις του πολιτεύματος, Αθήναι, Τύποις Πυρσού, 1928, σ. 121 επ. (131 επ.)

[15] Για διπλό χαρακτήρα των εκλογών κάνει λόγο ο Α. Δημητρόπουλος, Οργάνωση και λειτουργία του κράτους- Σύστημα Συνταγματικού Δικαίου τ. Β’, Αθήνα, εκδ. Σάκκουλα, 2009.

[16] Για το σύγχρονο, δημοκρατικό νόημα της πολιτικής εντολής, βλ. Α. Μάνεση, Αι Εγγυήσεις Τηρήσεως του Συντάγματος, τ. ΙΙ, Θεσσαλονίκη, Αφοι Π. Σάκκουλα, 1965, σ. 69 επ, 189 επ., Δ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο Β’, Αθήνα, Α.Σάκκουλας, σ.90 επ., Π. Φουντεδάκη, Βουλή των βουλευτών ή των κοινοβουλευτικών ομάδων; Οι θεμελιώδεις αρχές του κοινοβουλευτικού δικαίου, Αθήνα-Κομοτηνή, Α. Σάκκουλας, 1993, σ. 45 επ., F. HamonM.Troper, DroitConstitutionnel, Paris, L.G.D.J., 2003, σ. 167 επ.

[17] ΑΕΔ 34/1985 σε Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «Νόμος», ανάλογες σκέψεις διατυπώνονται και στην ΑΕΔ 4/2008 που έκρινε την συνταγματικότητα της ρύθμισης με βάση την οποία οι διατελέσαντες πρωθυπουργοί θεωρείται ότι λαμβάνουν ως σταυρούς προτίμησης, το σύνολο των υπέρ του κόμματός του ψήφων, δηλαδή προτάσσονται όλων των συνυποψηφίων τους σε οποιαδήποτε εκλογική αναμέτρηση και αν συμμετέχουν.

[18] Βλ. για παράδειγμα, την μελέτη συνταγματικής πολιτικής του M. Gounelle, «Démocratiserlemandatreprésentatif», LeDébat 141, Σεπτ.-Οκτ. 2006, σ.110 επ., πρβλ. Γ. Σωτηρέλη, Κωλύματα εκλογιμότητας και ασυμβίβαστα βουλευτών στο μεταίχμιο δύο συνταγματικών αναθεωρήσεων, ό.π., σ. 219 επ., Ξ. Κοντιάδη, Ελλειμματική Δημοκρατία, Κράτος και κόμματα στην Ελλάδα, Αθήνα, Σιδέρης, 2009, σ. 91 επ.

[19] Πρόκειται, όπως αναφέρεται πιο πάνω για την governance, βλ. υποσ. 4. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κριτική που ασκείται στο παραπάνω μοντέλο διακυβέρνησης από τους υποστηρικτές της «ριζοσπαστικής δημοκρατίας», με πιο γνωστούς στην χώρα μας τον ErnestoLaclau και την ChantalMouffe. Δυο από τα πιο σημαντικά έργα της  τελευταίας, Το Δημοκρατικό παράδοξο, ό.π.,  και Επί του πολιτικού, Αθήνα, Εκκρεμές, 2010 έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, ενώ λιγότερο γνωστή στην χώρα μας είναι η συμβολή της NadiaUrbinati,RepresentativeDemocracy : PrinciplesAndGenealogy, Chicago, UniversityofChicagoPress, 2006, πρβλ και την  συνέντευξη που έδωσαν από κοινού με τον B. Maninστην H. Landemore, Ladémocratiereprésentativeestelleréellementdémocratique? σε www.laviedesidees.fr. (Μάρτιος 2008).

[20] Οι κυβερνήσεις του Λ. Παπαδήμου στην Ελλάδα και του Μ. Μόντι στην Ιταλία αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα, ενώ η σημερινή θέση του Υπουργού των Οικονομικών Γ. Στουρνάρα στην κυβέρνηση Σαμαρά επιβεβαιώνει την τάση.

[21] Βλ. Κ. Χρυσόγονου, Η καταστρατήγηση του Συντάγματος, ό.π., σ. 49 επ

Κατηγορίες: Μελέτες. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

3 απαντήσεις στο Η καθιέρωση ανώτατου ορίου συνολικής βουλευτικής θητείας και η ενίσχυση της δημοκρατικής αρχής. Σκέψεις για την αναθεώρηση του άρθρου 56 Συντ., σε ΕΔΔΔ Σεπτ. 2013

  1. Ο/Η Keshawn λέει:

    An inlgltieent answer – no BS – which makes a pleasant change

  2. Ο/Η https://Soundcloud.com λέει:

    Αw, tһis was a really nicde pߋst. Τaking thһe time and actual effort to create a top notch article… butt
    what can I say… I hesitate a whole llоt and never manage to gеt
    neаrly anythіng done.

  3. Ο/Η furtdso linopv λέει:

    I like the efforts you have put in this, thank you for all the great posts.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *