Δικαστικά ασυμβίβαστα και Πανεπιστήμιο Γνωμοδοτικό Σημείωμα (2017)

Δικαστικά ασυμβίβαστα και Πανεπιστήμιο

ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ 

Ερώτημα.

Ο Τομέας Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης της Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ. , ενόψει της ανάθεσης από τη Γενική Συνέλευση της Σχολής καθηκόντων διδασκαλίας σε μαθήματά του κατά το ΠΔ 407/1980 σε Πρωτοδίκες Δ.Δ., έθεσε το ερώτημα εάν η απασχόληση δικαστικού λειτουργού ως επιστήμονα αναγνωρισμένου κύρους σε Α.Ε.Ι. της χώρας με βάση το άρθρο 5 του π.δ. 407/1980 και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου εμπίπτει στα ασυμβίβαστα της πρώτης παραγράφου του  άρθρου 89 Συντ.  ή στην εξαίρεση της δεύτερης παραγράφου του παραπάνω άρθρου.

Απάντηση

Οι υποχρεώσεις, οι δεσμεύσεις και τα δικαιώματα των δικαστικών λειτουργών καθορίζονται από το Σύνταγμα, που αναγνωρίζει την δικαστική εξουσία ως ισότιμη και ισοδύναμη προς τις άλλες δυο εξουσίες, ορίζοντας (άρθρο 26) ότι «1. Η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.2. Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση. 3.Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια` οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού Λαού.». Ακόμη, ο καταστατικός χάρτης (άρθρο 87) προβλέπει ότι «1. Η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές, που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία.2. Οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος.» και (άρθρο 89) ότι «1. Απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία καθώς και να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα. 2. Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται στους δικαστικούς λειτουργούς να εκλέγονται μέλη της Ακαδημίας Αθηνών ή του διδακτικού προσωπικού ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και να μετέχουν σε συμβούλια ή επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα και σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, εφόσον η συμμετοχή τους αυτή προβλέπεται ειδικά από το νόμο…3. Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς απαγορεύεται. Καθήκοντα σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών θεωρούνται δικαστικά. Επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικούς λειτουργούς των καθηκόντων εκπροσώπησης της Χώρας σε διεθνείς οργανισμούς…4. Απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς η συμμετοχή στην Κυβέρνηση. 5….»

Περαιτέρω, στο άρθρο 16 Συντ. ορίζεται πως «1. Η τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες, η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. Η ακαδημαϊκή ελευθερία και η ελευθερία της διδασκαλίας δεν απαλλάσσουν από το καθήκον της υπακοής στο Σύνταγμα. 2… 3. … 4. … 5… 6. Οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί. Το υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό τους επιτελεί επίσης δημόσιο λειτούργημα, με τις προϋποθέσεις που νόμος ορίζει. Τα σχετικά με την κατάσταση όλων αυτών των προσώπων καθορίζονται από τους οργανισμούς των οικείων ιδρυμάτων. Οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων δεν μπορούν να παυθούν προτού λήξει σύμφωνα με το νόμο ο χρόνος υπηρεσίας τους παρά μόνο με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 88 παράγραφος 4 και ύστερα από απόφαση συμβουλίου που αποτελείται κατά πλειοψηφία από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει το όριο ηλικίας των καθηγητών των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων εωσότου εκδοθεί ο νόμος αυτός οι καθηγητές που υπηρετούν αποχωρούν αυτοδικαίως μόλις λήξει το ακαδημαϊκό έτος μέσα στο οποίο συμπληρώνουν το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους».

Από την μεριά του, ο κοινός νομοθέτης σταθερά από το 1982 (ν. 1268/1982) μέχρι σήμερα (ν. 4386/2016) προβλέπει την εκλογή ως μέθοδο ανάδειξης και εξέλιξης των καθηγητών πανεπιστημίου. Πρόκειται για μια ανοιχτή διαδικασία επιλογής και όχι κατά νομική κυριολεξία εκλογή, στον βαθμό που οι εκλέκτορες δεν ενεργούν σύμφωνα με την ελεύθερη βούλησή τους, αλλά διαμορφώνουν αιτιολογημένη κρίση, επιλέγοντας μεταξύ των υποψηφίων που εκδηλώνουν ενδιαφέρον μετά από Προκήρυξη της θέσης, με βάση τα προσόντα που ορίζει ο νόμος και την συγκριτική αξιολόγηση του έργου τους.

Τέλος, το άρθρο 2 του ν.1674/1986 ορίζει ότι «Οι  διατάξεις  του  άρθρου 5 του π.δ. 407/1980 «περί του κυρίου διδακτικού προσωπικού  κλπ  του  Πανεπιστημίου  και  του  Πολυτεχνείου Κρήτης» (ΦΕΚ 112/9.5.8Ο τ.Α`) εφαρμόζονται κατ`αναλογία σε όλα τα Α.Ε.Ι της Χώρας προκειμένου για ανάθεση διδασκαλίας σε οποιοδήποτε μέλος του  Δ.Ε.Π. άλλου Α.Ε.Ι. ή και σε μέλη του Εκπαιδευτικού Προσωπικού των Τ.Ε.Ι. τα οποία έχουν  ισοδύναμα  προσόντα  και  πάντως οπωσδήποτε διδακτορικό δίπλωμα», ενώ το άρθρο 5 του π.δ. 407/1980 ορίζει ότι «1) Επιστήμονες ανεγνωρισμένου επιστημονικού κύρους είτε κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, είτε εξαιρετικής τεχνικής εμπειρίας δύναται να προσλαμβάνωνται δια πράξεως του οικείου Πρυτάνεως ή του αντιστοίχου Οργάνου Διοικήσεως, εκδιδομένης μετ` απόφασιν της οικείας Σχολής, επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου ωρισμένου χρόνου δια την διεξαγωγήν διδακτικού, ερευνητικού, επιστημονικού και οργανωτικού έργου καθοριζομένου δια της συμβάσεως. Οι ανωτέρω, των οποίων ο αριθμός δεν   δύναται να υπερβή το σύνολον των πάσης βαθμίδος θέσεων καθηγητών του     Ιδρύματος, έχουν  καθ` όλην την διάρκειαν της συμβάσεως και εις ότι αφορά εις το ανατεθέν εις αυτούς έργον τα καθήκοντα και τας υποχρεώσεις, τα αντιστοιχούντα εις την καθηγητικήν βαθμίδα, προς την οποίαν έχουν εξομοιωθή μισθολογικώς, βάσει των προσόντων των. 2) Η διάρκεια της συμβάσεως καθορίζεται μέχρις ενός Πανεπιστημιακού έτους κατά περίπτωσιν, αναλόγως προς τας ανάγκας της οικείας Σχολής, δύναται αύτη να ανανεούται ή παρατείνεται, πλην όμως ο συνολικός χρόνος προσλήψεως δεν δύναται να υπερβή τα τρία (3) Πανεπιστημιακά έτη. 3) Η απασχόλησις των ανωτέρω δύναται να είναι πλήρης ή μερική. 4) Η μηνιαία αυτών αποζημίωσις ορίζεται, αναλόγως των προσόντων των, ίση προς τας πάσης φύσεως μηνιαίας αποδοχάς του τακτικού, ή του εκτάκτου καθηγητού, εφ` όσον η απασχόλησις είναι πλήρης, ή εις το ανάλογον ποσοστόν, εφ` όσον η απασχόλησις  είναι μερική.»

Από τις προεκτιθέμενες συνταγματικές διατάξεις προκύπτει, ότι μια από τις πιο θεμελιώδεις οργανωτικές βάσεις του πολιτεύματος μας, η αρχή της διάκρισης των εξουσιών στηρίζεται καταρχάς στον οργανικό και λειτουργικό διαχωρισμό της δικαιοσύνης από τις άλλες δυο κρατικές εξουσίες, στην ανεξαρτησία της ως ειδοποιού γνωρίσματός της. Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης εξάλλου συνδέεται άρρηκτα με την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία από τις οποίες περιβάλλονται οι δικαστικοί λειτουργοί, ενώ, τέλος, ο συντακτικός νομοθέτης θέσπισε ευρύτατο επαγγελματικό ασυμβίβαστο για τους τελευταίους. Με τις ρυθμίσεις αυτές, τα όργανα που ασκούν το δικαιοδοτικό έργο δεν υπόκεινται σε πιέσεις ούτε υφίστανται εξαρτήσεις από δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς, διασφαλίζεται η αμεροληψία των αποφάσεων τους και το κύρος του δικαστικού λειτουργήματος.

Στο παραπάνω πλαίσιο, οι δικαστικοί λειτουργοί δεν μπορούν να ασκήσουν καθήκοντα αναγόμενα στην αποστολή άλλης εξουσίας, παρά μόνον κατά ρητή συνταγματική εξαίρεση, με την οποία θεμιτά εκδηλώνεται διασταύρωση των εξουσιών. Τέτοιες, λίγες εξαιρέσεις προβλέπονται στα άρθρα 89 παρ. 2 και 102 παρ. 4γ Συντ. και μπορούν να καταταγούν σε δυο κατηγορίες:

Α) Διαχείριση υποθέσεων που σχετίζονται στενά με το δικαιοδοτικό έργο (για παράδειγμα, συμμετοχή στις επιτροπές επιλογής δικαστικών υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, βλ. ΣτΕ 195/2013 Ολ., 3287/2014) ή προσομοιάζουν σε αυτό, όπως είναι οι υποθέσεις όπου ασκούνται αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα (ενδεικτικά, συμμετοχή στις επιτροπές του άρθρου 15 του ν. 1264/1982 που κρίνουν την νομιμότητα της καταγγελίας της σύμβασης μισθωτού- συνδικαλιστικού στελέχους, βλ. ΑΠ 371/2013)

Β) Ανάληψη καθηκόντων διοικητικής φύσης, αλλά με προέχοντα τον επιστημονικό χαρακτήρα, συγκεκριμένα η συμμετοχή στο έργο της Ακαδημίας Αθηνών και η διδασκαλία και έρευνα στα Α.Ε.Ι. της χώρας. Αντίθετα, η διδασκαλία σε νέους ή δόκιμους δικαστές χαρακτηρίζεται από το Σύνταγμα ως δικαστικό καθήκον.

Τούτες οι επιλογές του συντακτικού νομοθέτη μαρτυρούν την ιδιαίτερη σχέση που υφίσταται ανάμεσα στην διδασκαλία του δικαίου σε ακαδημαϊκό επίπεδο και στην απονομή της δικαιοσύνης, ενώ βρίσκουν επιπλέον νομικό θεμέλιο στην ομοιότητα του καθεστώτος των δικαστικών λειτουργών και των πανεπιστημιακών δασκάλων.

Πραγματικά, αν η άσκηση του δικαιοδοτικού έργου από ανεξάρτητους δικαστές αποτελεί την σημαντικότερη διαδικαστική εγγύηση του κράτους δικαίου, η εισαγωγή στην νομική επιστήμη με όρους ακαδημαϊκής ελευθερίας συνιστά κρίσιμη ουσιαστική δικαιοκρατική εγγύηση: η οργάνωση του κράτους με βασικό εργαλείο το δίκαιο αποβλέπει όχι μόνον στην έλλογη ρύθμιση της κρατικής εξουσίας και της κοινωνικής συμβίωσης, αλλά και στην προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των μελών του κοινωνικού συνόλου, καθώς και στην ομαλή λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών.  Συνακόλουθα, η συστηματική αναζήτηση της θεμελίωσης του δικαίου, των εγγυήσεων που εξασφαλίζουν τον σεβασμό του και τον σεβασμό της προσωπικής και συλλογικής αυτονομίας και η μετάδοση των σχετικών γνώσεων στους νέους νομικούς διατηρούν ύψιστη θεσμική σημασία και δικαιολογούν την συμμετοχή των δικαστικών λειτουργών στις ακαδημαϊκές διαδικασίες. Με άλλα λόγια, η εξαίρεση της παρ. 2 του άρθρου 89 Συντ. αποβλέπει στην ανάπτυξη της νομικής επιστήμης μέσα από τον αμοιβαίο έλεγχο γνώσης και πράξης, ώστε οι διαδικαστικές και ουσιαστικές εγγυήσεις του κράτους δικαίου να συνδέονται και να αλληλεπιδρούν, παράγοντας το βέλτιστο θεσμικό αποτέλεσμα.

Εξάλλου, η διδασκαλία και η έρευνα στα πανεπιστήμια διενεργείται από προσωπικό που συνδέεται με τα Α.Ε.Ι. είτε με σχέση δημοσίου είτε με σχέση ιδιωτικού δικαίου, η τελευταία μάλιστα ορισμένου χρόνου. Το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου καλείται, κατά κύριο λόγο, να εξυπηρετήσει τις εξελισσόμενες διδακτικές και ερευνητικές ανάγκες που στο σύγχρονο διεθνοποιημένο περιβάλλον μεταβάλλονται με ταχύτητα, ενώ στην περίοδο της οικονομικής κρίσης καλύπτει και κύριες ακαδημαϊκές υποχρεώσεις. Κατά ρητή νομοθετική επιταγή, το έργο που αυτό παρέχει, είναι όμοιο με το έργο των μελών Δ.Ε.Π. (βλ. άρθρο 5 του π.δ. 407/1980), ενώ το προσωπικό καθεστώς των δυο κατηγοριών είναι απολύτως συγγενικό. Τούτο όχι μόνον επειδή το Σύνταγμα ορίζει ότι και το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ασκεί δημόσιο λειτούργημα, αλλά ιδίως επειδή αυτό, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, προστατεύεται από την ακαδημαϊκή ελευθερία.

Η ακαδημαϊκή ελευθερία είναι η ελευθερία της έρευνας και της διδασκαλίας, εφόσον αυτές ασκούνται στο πανεπιστήμιο· για τον λόγο αυτό θέτει στο επίκεντρο της προστασίας της όχι τον μοναχικό επιστήμονα-ερευνητή, αλλά το αντικείμενο επιστήμη που, για να υπάρξει ως διαδικασία, ενσωματώνεται οργανωτικά στο αυτοδιοικούμενο πανεπιστήμιο. Έτσι, σε όλη την Ευρώπη, η ακαδημαϊκή ελευθερία δεν αντιμετωπίζεται ως δικαίωμα του καθηγητή, αλλά ως θεσμική εγγύηση, ως πλέγμα δηλαδή ελευθεριών, οργανωτικών δομών και διαδικασιών που πλαισιώνουν τις ακαδημαϊκές λειτουργίες και διαφυλάσσουν την ανεξαρτησία των φορέων τους από τις εξαρτήσεις της κυβέρνησης ή της αγοράς (εντελώς ενδεικτικά ΣτΕ 41/2013 Ολ, 775/2015). Επομένως, οι επιστήμονες αναγνωρισμένου επιστημονικού κύρους, καθόσον αποτελούν παράγοντες ανάπτυξης του οικείου επιστημονικού αντικειμένου, απολαμβάνουν πλήρως την ακαδημαϊκή τους ελευθερία και λειτουργούν με όρους ανεξαρτησίας.

Τέλος, η διαφορά που εντοπίζεται στον τρόπο επιλογής των ειδικών επιστημόνων και των καθηγητών δεν δικαιολογεί την διαφορετική αντιμετώπισή τους ως προς το εξεταζόμενο ερώτημα: οι πρώτοι επιλέγονται με απόφαση της Σχολής, ενώ οι δεύτεροι από εκλεκτορικά σώματα, που συγκροτούνται από μέλη της ευρύτερης ακαδημαϊκής κοινότητας, δηλαδή και από μέλη Δ.Ε.Π. που προέρχονται και από άλλες Σχολές ή άλλα Ιδρύματα της ημεδαπής ή της αλλοδαπής. Η εκλογή δηλαδή τόσο των μελών Δ.Ε.Π., όσο και των επιστημόνων αναγνωρισμένου κύρους πραγματοποιείται από ακαδημαϊκά όργανα και με ακαδημαϊκές διαδικασίες και κριτήρια, απλώς όταν πρόκειται για πλήρωση οργανικής θέσης, συμμετέχουν στην επιλογή και μέλη Δ.Ε.Π. που δεν ανήκουν στο πανεπιστήμιο, ώστε να ακουστεί μεγαλύτερος αριθμός από όσους θεραπεύουν το οικείο γνωστικό αντικείμενο. Για τον λόγο αυτό έχει κριθεί και νομολογιακά (ΣτΕ 3019/2011)  ότι για την απασχόληση δικαστικού λειτουργού σε Α.Ε.Ι., με σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν προβλέπεται η παροχή σχετικής άδειας ή έγκρισης και εφαρμόζεται ευθέως το άρθρο 89 παρ. 2 Συντ.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, το Σύνταγμα επέτρεψε ρητά την ανάθεση σε δικαστικούς λειτουργούς διδακτικού και ερευνητικού έργου στα Α.Ε.Ι. της χώρας, δεδομένου ότι το έργο αυτό επιτελείται «υπό την σκέπη» της ακαδημαϊκής ελευθερίας και έτσι διασφαλίζεται η ανεξαρτησία που απαιτείται αυτοί να διαθέτουν για την άσκηση των δικαιοδοτικών τους καθηκόντων. Ο συνταγματικός νομοθέτης στήριξε την παραπάνω ρύθμιση στο λειτούργημα που επιτελούν οι ακαδημαϊκοί δάσκαλοι και στο προσωπικό καθεστώς τους, με άλλα λόγια την υιοθέτησε αναγόμενος σε δικαιολογητικούς λόγους που διόλου δεν μεταβάλλονται ανάλογα με την μορφή που λαμβάνει η εργασιακή σχέση του δικαστή με το πανεπιστήμιο. Επομένως, η εκλογή δικαστή ως επιστήμονα αναγνωρισμένου κύρους με βάση το άρθρο 5 του π.δ. 407/1980  και η απασχόληση του με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου εμπίπτει στην εξαίρεση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 89 Συντ. και είναι επιτρεπτή.

Αθήνα, 27/3/2017

Η Γνωμοδοτούσα

 

Ιφιγένεια Καμτσίδου

Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου

Νομική Σχολή Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης

 

 

 

 

 

Κατηγορίες: Μελέτες. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

Τα σχόλια έχουν κλείσει.