«Οι ποσοστώσεις φύλου στους συνδυασμούς των υποψηφίων» σε Τιμητικό Τόμο για την ομότιμη καθηγήτρια Ε. Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη.

Οι ποσοστώσεις φύλου στους συνδυασμούς των υποψηφίων

Η σημαντικότερη, ίσως, συνεισφορά των φεμινιστικών σπουδών συνίσταται στον δημιουργικό τρόπο με τον οποίο έδειξαν, ότι η αρχή της ισότητας δεν μπορεί να διατηρήσει τον εγγυητικό χαρακτήρα της, αν δεν υπερβεί την θεμελιώδη, εσωτερική της αντίφαση. Πραγματικά, ενώ τούτο το καταστατικό αξίωμα εξασφαλίζει στα μέλη του κοινωνικού συνόλου την  ισότιμη απόλαυση όλων των δικαιωμάτων, ταυτόχρονα επιβάλλει αυτά να αντιμετωπίζονται ως αφηρημένα υποκείμενα, ανεξάρτητα από τις ποικίλες ιδιότητες που συνήθως επικαθορίζουν την πραγμάτωση όσων ευχερειών τους παρέχει η έννομη τάξη. Έτσι, η ισότητα λειτουργεί διττά˙ αφενός χειραφετεί τα πρόσωπα από τους κοινωνικούς δεσμούς που συχνά τα δυναστεύουν,  αφετέρου απαιτεί από τα κοινωνικά υποκείμενα να «απογυμνωθούν» από τα χαρακτηριστικά τους, προκειμένου ως «όμοια» μεταξύ τους να έχουν την προστασία που παρέχει το δίκαιο.

Οι διαφορές, όμως, που εξοβελίζονται συνδέονται στενά με την δυσμενή θέση στην οποία βρίσκονται ευρείες κοινωνικές κατηγορίες ή συγκροτούν την ταυτότητα προσώπων και ομάδων που αποκλίνουν από κάποια βασικά χαρακτηριστικά της πλειοψηφίας. Για τον λόγο αυτό, η πρόσβαση στο πεδίο των «ίσων» είναι και νομικά μια δύσκολη υπόθεση: προϋποθέτει διαρκή επαγρύπνηση, ιδίως εκ μέρους της κρατικής εξουσίας, ώστε τα κατεστημένα στερεότυπα να μην επηρεάζουν την απόλαυση των δικαιωμάτων ούτε η τελευταία να συναρτάται με την συμμόρφωση καθενός στα κυρίαρχα κοινωνικοπολιτικά πρότυπα. Το σχετικό αίτημα διατυπώθηκε με έμφαση από το γυναικείο κίνημα ήδη από την δεκαετία του 1960[1] και στο πεδίο του συνταγματικού δικαίου εκφράστηκε ως αξίωση το κράτος να λαμβάνει θετικά μέτρα, ώστε να εξασφαλίζεται ο ουσιαστικός σεβασμός της ισότητας, πέρα και παρά τις προκαταλήψεις.

  1. Τα θετικά μέτρα στην ελληνική έννομη τάξη ως όχημα πραγμάτωσης της αρχής της ισότητας

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες καινοτομίες του Συντ. του 1975 αποτέλεσε η πρωτοποριακή για την εποχή της τυποποίηση της δυνατότητας να λαμβάνονται θετικά μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών[2]. Ο καταστατικός χάρτης, εξαγγέλλοντας  πανηγυρικά στο άρθρο 4 παρ. 2 την ισότητα των φύλων «Έλληνες και ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις» ως θεμελιώδη αρχή, εισήγαγε διακριτικά, στις μεταβατικές του (άρθρο 116 παρ. 2) διατάξεις την ακόλουθη ρύθμιση: ««1. Διατάξεις υφιστάμενες που είναι αντίθετες προς το άρθρο 4 παράγραφος 2 εξακολουθούν να ισχύουν ώσπου να καταργηθούν έως την 31 Δεκεμβρίου 1982.2. Δεν αποτελεί διάκριση λόγω φύλου η λήψη θετικών μέτρων για την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών.  Αποκλίσεις από τους ορισμούς της παραγράφου 2 του άρθρου 4  επιτρέπονται μόνο για σοβαρούς λόγους, στις περιπτώσεις που ορίζει ειδικά ο νόμος.» Ήδη, το δεύτερο εδ. της 2ης παραγράφου έχει αντικατασταθεί με την αναθεώρηση του 2001 και πια ο καταστατικός χάρτης προβλέπει ότι «Το Κράτος μεριμνά για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη, ιδίως σε βάρος των γυναικών

Τούτη η επιλογή του συντακτικού νομοθέτη άρθρωσε με επιτυχία τον διάλογο για την κατάργηση των διακρίσεων εις βάρος των γυναικών[3]  και για την αναζήτηση των όρων  ισότιμης δικαιικής προστασίας των δυο φύλων τόσο στον ιδιωτικό χώρο, όσο και κατά την συμμετοχή τους στην δημόσια σφαίρα. Τα δικαστήρια αξιοποίησαν τις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις  και η νομολογία τους αποτελεί ένα πολύτιμο οδηγό για την προσέγγιση των προβλημάτων που ανακύπτουν, όταν η δημοκρατικά οργανωμένη πολιτεία αναζητά τις μεθόδους που θα εξασφαλίσουν ίση ελευθερία και ίση κοινωνική αξιοπρέπεια σε όλα τα μέλη του κοινωνικού συνόλου, ανεξάρτητα από τις ιδιαιτερότητες τους ως υποκείμενα των δικαιωμάτων, ανεξάρτητα δηλαδή από την καταγωγή, την φυλή, το φύλο τους, την θρησκεία ή άλλα χαρακτηριστικά τους.

Με βάση, λοιπόν, την νομολογία, στο νόημα της αρχής της ισότητας των φύλων, συμπεριλήφθηκε ήδη από την δεκαετία του 1980 και η υποχρέωση του κράτους να λαμβάνει θετικά μέτρα για την προώθησή της, σε ότι αφορά τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, στο πεδίο των οποίων ενεργεί η αρχή. Έτσι, η ισότητα των φύλων αναγνωρίστηκε ως αποκαταστατική, καθώς τα Δικαστήρια σε αρκετές περιπτώσεις υπογράμμισαν, ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος θεσπίζουν την υποχρέωση της πολιτείας να επιδιώκει την επίτευξη μιας πραγματικής ισότητας[4], εξαλείφοντας τις συνθήκες που φέρνουν τις γυναίκες σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους άνδρες. Ακόμη, όμως, και στις περιπτώσεις  που αναγνωρίζεται νομολογιακά η δυνατότητα διαφορετικής μεταχείρισης ανδρών και γυναικών χωρίς να λαμβάνονται θετικά μέτρα, τα τελευταία λειτουργούν ως πρόσθετο κριτήριο οριοθέτησης της απόκλισης από την αρχή της ισότητας των φύλων, επομένως ως παράμετρος ελέγχου ενδεχόμενης νομοθετικής αυθαιρεσίας[5]

  1. Η σχέση δημοκρατίας και φύλου: είναι η πολιτική περιθωριοποίηση των γυναικών ζήτημα υποαντιπροσώπευσης ή πολιτικής συμμετοχής;

Ωστόσο, το ζήτημα αν ο νομοθέτης μπορεί να λάβει θετικά μέτρα για την απόλαυση των πολιτικών δικαιωμάτων, και συγκεκριμένα των δικαιωμάτων εκλέγειν και εκλέγεσθαι[6], όπου η ισότητα των φορέων τους δεν στηρίζεται στο άρθρο 4 παρ. 1 και 2, αλλά στην δημοκρατική αρχή, παραμένει ακόμη ανοιχτό, παρά την πλούσια νομολογία[7] που αναπτύχθηκε με αφορμή τις ποσοστώσεις φύλου στους συνδυασμούς των υποψηφίων για τις δημοτικές εκλογές. Μάλιστα, από την μελέτη των σχετικών αποφάσεων προκύπτει, ότι η κατάφαση της συνταγματικότητας των  ποσοστώσεων αυτών δεν σημαίνει την αποδοχή της δυνατότητας θέσπισης θετικών μέτρων στα πολιτικά δικαιώματα, αλλά ότι τα δικαστήρια επικύρωσαν την επιλογή του νομοθέτη να επιδιώξει την πραγματική ισότητα των φύλων σε ένα προγενέστερο στάδιο, αυτό της πολιτικής συμμετοχής. Τα δικαστήρια, διαπιστώνοντας με σαφή τρόπο την απουσία  των γυναικών στα κέντρα λήψης των αποφάσεων, επικύρωσαν μια νομοθετική επιλογή, που έχει ως στόχο να διευκολύνει την πολιτική δραστηριότητά τους, ενισχύοντας την συμμετοχή τους στα κοινά και όχι διαμορφώνοντας το εκλογικό αποτέλεσμα καθεαυτό.

Η παραπάνω προσέγγιση μοιάζει περίεργη, δεδομένου ότι το θετικό μέτρο υιοθετήθηκε με κανόνα που αφορά στην κατάρτιση των συνδυασμών των υποψηφίων, η οποία δεν είναι μια απλή προπαρασκευαστική της εκλογής πράξη: το περιεχόμενο των ψηφοδελτίων επικαθορίζει τις επιλογές του εκλογέα, ο οποίος ανάλογα με το εκλογικό σύστημα δεσμεύεται απολύτως ή σε σημαντικό βαθμό από το περιεχόμενό του. Έτσι, ο εκλογικός νομοθέτης με το άρθρο 75 παρ. 1 του ν. 2910/2001 εισήγαγε ρύθμιση στο άρθρο 54 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα που προβλέπει, ότι « 3. Ο αριθμός των υποψηφίων συμβούλων από κάθε φύλο πρέπει να ανέρχεται σε ποσοστό ίσο τουλάχιστον με το 1/3 του συνολικού αριθμού των υποψηφίων κάθε συνδυασμού. Τυχόν δεκαδικός αριθμός στρογγυλοποιείται στην επόμενη ακέραιη μονάδα, εφόσον το κλάσμα είναι ίσο με μισό της μονάδας και άνω»[8]. Επίσης, προστέθηκε διάταξη στο άρθρο 55 του ίδιου Κώδικα, με την οποία προβλέφθηκε ως κύρωση, για την περίπτωση μη πλήρωσης του παραπάνω ποσοστού, το απαράδεκτο της δήλωσης του συνδυασμού. Πρόκειται για ρυθμίσεις, που στοχεύουν να εξασφαλίσουν την μεγαλύτερη δυνατή αποτελεσματικότητα στην κρατική παρέμβαση, ώστε οι Ελληνίδες να πάψουν να βρίσκονται σε μειονεκτική θέση σε ό,τι αφορά την πρόσβαση στα αξιώματα της Τ.Α.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι εκείνη περίπου την περίοδο σε όλη την Ευρώπη είχαν εκδηλωθεί ανάλογες προσπάθειες π.χ. στην Φινλανδία είχε εισαχθεί (1995) νόμος που δεν καθόριζε ποσόστωση φύλου στους εκλογικούς συνδυασμούς, αλλά επέτασσε  ένα ελάχιστο ποσοστό ανδρών και γυναικών (40 %) για την συγκρότηση όλων των εθνικών επιτροπών και των προπαρασκευαστικών και εκτελεστικών οργάνων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, δηλαδή εξασφάλιζε την συμμετοχή των γυναικών στο επίπεδο, όπου προετοιμάζεται η γενική ή τοπική πολιτική. Στην Γαλλία, μετά από συνταγματική μεταρρύθμιση[9] ο εκλογικός νόμος προέβλεψε την ισότιμη παρουσία των φύλων στους εκλογικούς συνδυασμούς για τις περισσότερες εκλογές. Σε ό,τι δε αφορά τις εκλογές για την Εθνική Αντιπροσωπεία, τα κόμματα εκτίθενται σε σοβαρές χρηματικές ποινές αν δεν κατορθώσουν να προτείνουν τον ίδιο αριθμό υποψήφιων ανδρών και γυναικών (Νόμος 2000-493 της 6 Ιουνίου 2000).

Στην Ευρώπη, οι συζητήσεις για την συνταγματικότητα των ποσοστώσεων φύλου στις εκλογικές διαδικασίες υπήρξαν θυελλώδεις και τούτο όχι αδικαιολόγητα: η ποσόστωση στην εκλογική διαδικασία υποδηλώνει, συχνά, μια αντίληψη για την δημοκρατία, ότι δηλαδή η γνησιότητα της πολιτικής αντιπροσώπευσης συναρτάται με την ταύτιση ή έστω την μεγαλύτερη δυνατή εγγύτητα ανάμεσα στον εκλογέα και τον αντιπρόσωπό του, που θα πρέπει να διαθέτουν κοινά οικονομικά, επαγγελματικά, κοινωνικά χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, μόνον αν τα αιρετά σώματα αντανακλούν, «φωτογραφίζουν» την σύνθεση της κοινωνίας, εξασφαλίζεται η γνήσια αντιπροσώπευση και ικανοποιείται το δημοκρατικό πρόταγμα[10]. Επιπλέον, στις ρυθμίσεις που εισάγουν ποσοστώσεις βρίσκει κανείς την απήχηση των διαφορετικών ρευμάτων του κοινοτισμού, που ευνοεί τα ενδιάμεσα σώματα, τις μερικές ομαδοποιήσεις, την κατά προτεραιότητα ένταξη σε επιμέρους κοινότητες, η οποία, όπως αυτοί υποστηρίζουν, προσδιορίζει την ταυτότητα των προσώπων, σε βαθμό σημαντικότερο απ’ ότι το ανήκειν στην πολιτική κοινότητα. Ακόμη και οι πιο «φιλελεύθεροι» εκπρόσωποι του κοινοτισμού επιμένουν στην αναγνώριση δικαιωμάτων στις συλλογικότητες, ιδίως στις μειονότητες, σε αυτό δε το πλαίσιο χρησιμοποιούν τις τεχνικές των ποσοστώσεων, ώστε η πολιτεία να συγκροτείται ως αναλογική κατά το δυνατόν εκπροσώπηση των κοινοτήτων. Αν, όμως, η κλασσική φιλελεύθερη αντίληψη για την εκλογή, εμμένοντας στην απογύμνωση του εκλογέα από κάθε ιδιότητά του (καταγωγής, οικονομικής κατάστασης, εθνικότητας, θρησκείας, γλώσσας, φύλου κλπ), τείνει να καταστήσει τυπική την συμμετοχή των ασθενέστερων πολιτών στις σχετικές διαδικασίες και κλονίζει την πραγματική ισότητα απόλαυσης των οικείων δικαιωμάτων, η εισαγωγή ποσοστώσεων είναι πηγή ενός άλλου κινδύνου: η σχέση εντολής που συνδέει την λαϊκή αντιπροσωπεία, καθώς και τα όργανα τοπικής αυτοδιοίκησης με τα μέλη του εκλογικού σώματος, να αλλάξει ριζικά και η συγκρότηση των αντιπροσωπευτικών σωμάτων να γίνεται με βάση όχι τις πολιτικές προτιμήσεις των εκλογέων, αλλά τις ομάδες που θα καθορίζει κάθε φορά ο νομοθέτης[11]: γυναίκες, μουσουλμάνοι, ομόφυλοι κλπ. Τούτο σημαίνει, ότι η κοινωνική ή πολιτιστική ταυτότητα καθενός πολίτη καθίσταται παράμετρος της απόλαυσης των πολιτικών του δικαιωμάτων, παράλληλα δε ότι τα πολιτικά σχέδια για την κοινωνία (τοπική ή εθνική) αποκτούν δευτερεύουσα σημασία στην εκλογική αντιπαράθεση.

Τα διοικητικά δικαστήρια, αντιμετώπισαν με αποτελεσματικότητα τον κίνδυνο αυτό, δείχνοντας ότι η προσπάθεια του νομοθέτη να άρει τις ανισότητες μεταξύ αντρών και γυναικών δεν σημαίνει την ομαδοποίηση των τελευταίων και την ιδιαίτερη πολιτική τους εκπροσώπηση. Όπως είναι γνωστό, ήδη από το 2003 το ανώτατο ακυρωτικό με μια σειρά αποφάσεων του, έκρινε ότι οι ποσοστώσεις είναι συνταγματικά θεμιτές, δεδομένου, ότι «ο συντακτικός νομοθέτης θέλησε να επιτρέψει τη θέσπιση θετικών μέτρων κάθε μορφής και σε όλους τους τομείς δράσης των δύο φύλων, δηλαδή τόσο στους τομείς των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων όσο και στον τομέα των πολιτικών δικαιωμάτων, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι τα θεσπιζόμενα θετικά μέτρα δεν συνεπάγονται υπέρμετρους περιορισμούς που θίγουν τον πυρήνα των …..δικαιωμάτων στα οποία αφορούν.»[12] Η νομολογία παγιώθηκε και έκτοτε δεν αμφισβητείται ότι η ποσόστωση φύλου ως θετικό μέτρο συναρμόζεται με τις συνταγματικές αρχές που διέπουν την εκλογική διαδικασία, στοχεύοντας σε μια ισότιμη απόλαυση των δικαιωμάτων πολιτικής συμμετοχής στις τοπικές εκλογές, ήδη και στις ευρωεκλογές.

  1. Η απάντηση της νομολογίας: η ποσόστωση φύλου στους συνδυασμούς ως θετικό μέτρο για την ισότιμη απόλαυση του δικαιώματος πολιτικής συμμετοχής.

Η παραπάνω απόφανση θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα, ότι το Δικαστήριο προχώρησε σε μια τομή και μετέβαλλε το συνταγματικό θεμέλιο της ισότητας στα πολιτικά δικαιώματα γενικώς. Στην κατεύθυνση αυτή συνηγορεί και η κρίση που συναντάται σε ορισμένες αποφάσεις, ότι δηλαδή «οι διατάξεις αυτές, κατά το μέρος που επιφέρουν περιορισμούς στο συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα συμμετοχής των ελλήνων πολιτών στην πολιτική ζωή της Χώρας, δεν αναιρούν το πολιτικό αυτό δικαίωμα, αλλά θεσπίζουν θεμιτούς περιορισμούς του, διότι το θετικό μέτρο, που θεσπίζεται από τις εν λόγω διατάξεις και συνεπάγεται τους περιορισμούς, βρίσκει έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 51 παρ. 3, 54 παρ. 1, 102 παρ. 2 και 116 παρ. 2 του Συντάγματος και δικαιολογείται από την επιτακτική ανάγκη εγκαθίδρυσης μιας πραγματικής ισότητας των δύο φύλων κατά την πρόσβαση στα αιρετά αξιώματα του δημοτικού συμβούλου και του τοπικού συμβούλου, ενώ οι εισαγόμενοι περιορισμοί, όπως περιγράφονται ανωτέρω, είναι ήπιοι και ανεκτοί και όχι δυσανάλογοι προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα»[13].

Ωστόσο, τα κρίσιμα στοιχεία για την αποτίμηση των σχετικών αποφάσεων είναι τα εξής: α) η νομολογιακή διαπίστωση ότι μια ρύθμιση που εισάγει περιορισμούς στα πολιτικά δικαιώματα είναι θεμιτή και η αξιολόγηση της με βάση την αρχή της αναλογικότητας, δεν αντικρίζεται αναγκαίως με την παραδοχή ότι είναι συνταγματικά ανεκτό με κανόνα δικαίου να προσδιορίζεται είτε η επιλογή του εκλογέα είτε το εκλογικό αποτέλεσμα με βάση συγκεκριμένο κριτήριο, όπως είναι το φύλο των υποψήφιων. Μάλιστα, περιορισμοί που επιβάλλονται νομοθετικά στην διαμόρφωση των ψηφοδελτίων είχαν κριθεί θεμιτοί χωρίς να αντιστοιχούνται σε θετικό μέτρο, όπως η εισαγωγή του συστήματος της λίστας ενόψει της εξυπηρέτησης άλλων σκοπών του νομοθέτη[14] β) ιδίως, όμως, πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι το ανώτατο ακυρωτικό, αναγνωρίζοντας την συνταγματικότητα της ποσόστωσης, προσδιόρισε και το πεδίο στο οποίο ενεργούν και επιτρέπεται να ενεργούν τα θετικά μέτρα, ώστε να αίρονται οι ανισότητες εις βάρος των γυναικών, χωρίς αυτές να μετατρέπονται σε μια ιδιαίτερη κατηγορία, που θα αποκτά  ξεχωριστά πρόσβαση στα αιρετά αξιώματα των ΟΤΑ και αυτό δεν είναι άλλο από το πεδίο του άρθρου 5 παρ. 1 Συντ. : πρόκειται για το πεδίο της πολιτικής συμμετοχής και όχι για το στάδιο της έκφρασης της εκλογικής βούλησης ή την ίδια την εκλογή[15].

Η προσεκτική ανάγνωση των αποφάσεων δείχνει ότι παρ΄ότι σε όλες γίνεται αναφορά στην λαϊκή κυριαρχία και στις αρχές που διέπουν την ψήφο και την ψηφοφορία[16], η αναγωγή σε αυτούς τους θεμελιώδεις κανόνες δεν πραγματοποιείται κατά την συγκρότηση της μείζονος πρότασης, αλλά προκειμένου να καθοριστεί το πεδίο της ανισότητας, να ικανοποιηθεί η απαίτηση ύπαρξης προηγούμενης διάκρισης και τέλος να καταστεί πειστική η νομική αξιολόγηση του επιδιωκόμενου σκοπού, ώστε να δικαιολογηθεί η λήψη θετικού μέτρου.

Πραγματικά, το Δικαστήριο, έχοντας προσδιορίζει -με κανονιστικούς έστω όρους[17]– τις διαδικασίες ανάδειξης των αιρετών κρατικών οργάνων ως δημόσια σφαίρα, όπου διακυβεύεται η πραγμάτωση σειράς δικαιωμάτων[18], παρέχει προστασία όχι στο δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, αλλά σε αυτό της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της συμμετοχής στην πολιτική ζωή της χώρας. Την ισότιμη απόλαυση αυτού του δικαιώματος  οφείλει να εξασφαλίζει η πολιτεία σε άνδρες και γυναίκες, λαμβάνοντας και θετικά μέτρα, που συνιστούν εκπλήρωση και διεθνών δεσμεύσεων της.

Στο πλαίσιο αυτό, η απόφανση ότι «από το γράμμα της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 116 του Συντάγματος και τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισής της δεν συνάγεται η ειδικότερη μορφή την οποία μπορούν να έχουν τα θετικά μέτρα ούτε οι ειδικότεροι τομείς στους οποίους επιτρέπεται να θεσπίζονται τα μέτρα αυτά» και ότι «με τη συνταγματική αυτή διάταξη, ερμηνευόμενη ενόψει α) της παραπάνω έλλειψης περιορισμών ως προς τους τομείς στους οποίους επιβάλλεται να λαμβάνονται θετικά μέτρα, β) του σκοπού της, που αποβλέπει, με την θέσπιση θετικών μέτρων, στην επίτευξη του μέγιστου δυνατού θετικού αποτελέσματος ως προς την ισότιμη πρόσβαση γυναικών και ανδρών στα δημόσια αξιώματα,» στηρίζει κατά βάση την κρίση, ότι η ισότιμη συμμετοχή σε όλες τις δημοκρατικές διαδικασίες ανεξαρτήτως του φύλου είναι συνταγματικό πρόταγμα, για την ικανοποίηση του οποίου ο νομοθέτης οφείλει να ενεργήσει, θεσπίζοντας και θετικά μέτρα[19].

Έτσι, το δικαστήριο έδειξε ότι η εφαρμογή της αρχής ισότητας των φύλων και η συνακόλουθη υποχρέωση της πολιτείας να μεριμνά  για τον σεβασμό της συνδέονται με τον ίδιο τον δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος, που παραβλάπτεται εφόσον η απόλαυση των δικαιωμάτων που προστατεύονται στο άρθρο 5 παρ. 1 Συντ. δεν εξασφαλίζεται εξίσου σε άνδρες και γυναίκες. Για τον λόγο αυτό, δηλαδή για να εξασφαλιστεί η πραγματική ισότητα «στον υπό ευρεία έννοια χώρο της πολιτικής δράσης, που συνδέεται με την άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων τους»[20] και όχι για να διαμορφωθεί η βούληση του εκλογέα ή το εκλογικό αποτέλεσμα[21], καταφάσκεται η συνταγματικότητα της ποσόστωσης, αφού προηγηθεί η συστηματική αξιολόγησή της.

Η δικαστική αποτίμηση της ρύθμισης ξεκίνησε με την διαπίστωση, ότι συντρέχουν οι συνταγματικές προϋποθέσεις λήψης θετικού μέτρου, καθώς αποτελεί γνωστό γεγονός που βεβαιώνεται από την κοινή πείρα [22] «ότι σε βάρος των γυναικών έχουν αναμφισβήτητα δημιουργηθεί στην πράξη τέτοιες διακρίσεις ώστε η απαρέγκλιτη εφαρμογή της αρχής της ισότητας κατά την πρόσβαση στα δημόσια αξιώματα να καταλήγει σε μια κατ’ επίφαση μόνο ισότητα, ενώ, ουσιαστικά, παγιώνει και διαιωνίζει μια υφιστάμενη άνιση κατάσταση».

Η μεταβολή της παραπάνω κατάστασης, που όπως προαναφέρεται αποτελεί υποχρέωση της πολιτείας,  επιδιώκεται με την λήψη ενός μέτρου που είναι ήπιο[23] και πληροί τους όρους που επιβάλλει η αρχή της αναλογικότητας αφού «εισάγ[ονται] περιορισμοί ήπιοι και ανεκτοί και όχι δυσανάλογοι προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα[24]» που συνίσταται στο να μειωθούν οι υπάρχουσες ανισότητες, είναι δε αναγκαίοι προκειμένου να εγκαθιδρυθεί μια πραγματική ισότητα των δύο φύλων κατά την πρόσβαση στα δημόσια αξιώματα.

Τέλος, ως ουσιώδης παράμετρος της συνταγματικότητας αναγνωρίστηκε ο «από την φύση του»[25] προσωρινός χαρακτήρας του μέτρου που «θα ισχύσει προφανώς έως ότου εγκαθιδρυθεί η πραγματική ισότητα των φύλων κατά την πρόσβαση στα αιρετά αξιώματα του δημοτικού και τοπικού συμβούλου». Η ευνοϊκή για τις γυναίκες παρέμβαση νοείται ως μεταβατική προς ένα καθεστώς, όπου ο σεβασμός της ισότητας δεν θα απαιτεί προνομιακή μεταχείριση για κανένα από τα φύλα και η ισότιμη απόλαυση των δικαιωμάτων θα πραγματώνεται κατά βάση με την εφαρμογή των νόμων.

  1. Η δικαστική προστασία του θετικού μέτρου και η αβέβαιη πορεία προς την πραγματική ισότητα.

Περαιτέρω, η νομολογία μερίμνησε, ώστε το μέτρο να είναι αποτελεσματικό, δηλαδή να μην περιγράφεται στην πράξη, ακολουθώντας   τον νομοθέτη, που θέσπισε ως ειδικό λόγο απαραδέκτου της δήλωσης τον μη σεβασμό της ποσόστωσης. Έτσι, επιβεβαίωσε την υποχρέωση των πολιτικών δικαστηρίων να ελέγχουν την τήρηση της ποσόστωσης[26], καθώς και το μάλλον αυτονόητο, ότι δηλαδή η παραπάνω ρύθμιση κάμπτει την απαίτηση η πλημμέλεια που διαπιστώνεται στην εκλογική διαδικασία να μπορεί να ασκήσει επιρροή  στο εκλογικό αποτέλεσμα (άρθρο 259 παρ. 1 ΚΔΔ) προκειμένου το Δικαστήριο να προχωρήσει στην ακύρωση του εκλογικού αποτελέσματος[27].

Κρίσιμος χρόνος για την τήρηση της ποσόστωσης είναι αυτός της ανακήρυξης του συνδυασμού[28]. Τα δικαστήρια, ερμηνεύοντας  συστηματικά την επίδικη ρύθμιση με τον κανόνα που διακρίνει την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμων προσόντων ή της συνδρομής κωλύματος εκλογιμότητας στο πρόσωπο υποψηφίου από τις άλλες περιπτώσεις παρανομίας ή πλημμέλειας της εκλογικής διαδικασίας (άρθρο 259 παρ. 2ΚΔΔ), έκριναν ότι η μεν ανακήρυξη συνδυασμού που δεν πληροί την ποσόστωση οδηγεί στην ακύρωση της συμμετοχής του στις εκλογές, όμως η εκ των υστέρων ακύρωση της εκλογής ως τακτικής ή αναπληρωματικής δημοτικής ή τοπικής συμβούλου, γιατί δεν είχε τα νόμιμα προσόντα εκλογιμότητας ή συνέτρεχε στο πρόσωπό της κώλυμα εκλογιμότητας δεν καθιστά απαράδεκτη την δήλωση κατάρτισης ολόκληρου του συνδυασμού, ο οποίος είχε ανακηρυχθεί και συμμετείχε στις εκλογές, έχοντας το νόμιμο ποσοστό υποψηφίων από το γυναικείο φύλο. Μάλιστα, κρίθηκε, ότι τυχόν παραίτηση υποψήφιας δημοτικής ή τοπικής συμβούλου μετά την ανακήρυξη του συνδυασμού δεν επιφέρει ακυρότητα της ανακήρυξης έστω και αν μειώνεται ο αριθμός των γυναικών που μετέχουν στο ψηφοδέλτιο.

Έτσι, «διασφαλίζεται ο συνταγματικός σκοπός που επιδιώκει ο νομοθέτης, να περιέχει κάθε συνδυασμός που μετέχει στις εκλογές το νόμιμο ελάχιστο αριθμό υποψήφιων γυναικών», χωρίς να ματαιώνεται η βούληση του εκλογικού σώματος, που εκφράστηκε υπέρ ενός συνδυασμού που νόμιμα συμμετείχε στις εκλογές, δεδομένου ότι «ο νομοθέτης δεν θέλησε να θέσει σε αμφισβήτηση το κύρος των εκλογών στο σύνολό τους, λόγω της συμμετοχής σε αυτές προσώπων που είχαν έλλειψη νόμιμων προσόντων ή κώλυμα εκλογιμότητας»[29].

Ο σεβασμός, λοιπόν, της αρχής της ισότητας των φύλων στο στάδιο της πολιτικής συμμετοχής εξασφαλίζεται με την πρόσδοση  αποτελεσματικότητας στο θετικό μέτρο, χωρίς τούτο να οδηγεί σε ανεπιεικείς λύσεις και χωρίς η νομολογία να αποστεί από την πάγια θέση της, δηλαδή να μην έρχεται σε αντιπαράθεση με την εκφρασμένη βούληση του εκλογικού σώματος, παρά μόνον σε περιπτώσεις πρόδηλης παρανομίας ή  εφόσον είναι καταφανές, ότι η πλημμέλεια της διαδικασίας επηρέασε   το εκλογικό αποτέλεσμα. Τούτο, ίσως, εξηγεί και την μερική υπαναχώρηση που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα, καθώς τόσο τα τακτικά δικαστήρια, όσο και το ακυρωτικό αποφάνθηκαν[30], ότι αν για ένα συμβούλιο τοπικής κοινότητας υπάρχουν δύο υποψήφιοι, δεν τηρείται η ποσόστωση και ο συνδυασμός μπορεί να περιλάβει στην δήλωση κατάρτισής του υποψηφίους του ιδίου φύλου, επιτρέποντας έτσι τον αποκλεισμό του ενός φύλου.

Η δεκάχρονη νομολογία για τις ποσοστώσεις φύλου στους συνδυασμούς υποψηφίων, υπήρξε, λοιπόν, μια δημιουργική συνέχεια της εκλογικής νομολογίας γενικώς, που επιβεβαιώθηκε στα βασικά χαρακτηριστικά της. Τα δικαστήρια συντάχθηκαν και στην περίπτωση αυτή με τις επιλογές του νομοθέτη, όπως το είχαν πράξει σε όσες υποθέσεις το ένδικο διακύβευμα  συνδεόταν με τον σεβασμό της ισότητας κατά την απόλαυση των δικαιωμάτων του εκλέγειν και εκλέγεσθαι[31], ακόμη και όταν η σχετική ρύθμιση ήταν εξαιρετικά αμφιλεγόμενη από συνταγματική άποψη[32] . Επιπλέον, η ένταση του ελέγχου της συνταγματικότητας δεν μεταβλήθηκε: ο δικαστής επέδειξε αυτοσυγκράτηση και άσκησε ένα μάλλον ήπιο έλεγχο στο  μέτρο της ποσόστωσης φύλου στους συνδυασμούς υποψηφίων[33]. Το γεγονός, ότι το ίδιο το Σύνταγμα επιτάσσει την εξάλειψη των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη μεταξύ ανδρών και γυναικών, επέτρεψε στα δικαστήρια να διαπιστώσουν ότι η ρύθμιση είναι ταγμένη στην εξυπηρέτηση θεμιτού σκοπού, ενώ το δοκιμασμένο εργαλείο των διδαγμάτων της κοινής πείρας, απέτρεψε τον κίνδυνο η δικαστική κρίση να στηριχθεί σε πολιτικές ή ιδεολογικές θεωρήσεις. Τέλος, όπως εξηγείται πιο πάνω, η εκτεταμένη αναφορά στις θεμελιώδεις αρχές του πολιτεύματος δεν πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του ελέγχου stricto sensu, αλλά στήριξε τον δικαστικό συλλογισμό στο σκέλος της διαπίστωσης της υφιστάμενης ανισότητας.

Επομένως, η κατάφαση της συνταγματικότητας των ποσοστώσεων στους συνδυασμούς των υποψηφίων υπήρξε ένα σημαντικό βήμα στην δύσκολη πορεία αναζήτησης της ισότητας των φύλων. Η νομολογία επιβεβαίωσε, ότι η πολιτεία έχει την υποχρέωση να μεριμνά, ώστε η κοινωνική υποτέλεια των γυναικών να μην παρεμποδίζει την συμμετοχή τους στα πολιτικά πράγματα, χωρίς πάντως να τους αναγνωρίζονται ειδικά δικαιώματα ή να ομαδοποιούνται πολιτικά με κριτήριο το φύλο. Διατηρώντας την οικουμενικότητα του σχεδίου για μια κοινωνία ίσων και ελεύθερων πολιτών, τα δικαστήρια έδειξαν, ότι η κοινωνική κατάσταση των προσώπων αποτελεί κατ’ ανάγκη μια από τις μεταβλητές στην εξίσωση που υποστηρίζει την ισότιμη απόλαυση και των πολιτικών δικαιωμάτων, εισήγαγαν δε αυτήν την παράμετρο στον συλλογισμό τους με ασφάλεια και πειστικότητα. Η επίδραση, ωστόσο, της σχετικής ρύθμισης και της νομολογίας που επιβεβαίωσε την συνταγματικότητά της  στην πολιτική πραγματικότητα παραμένει αμφιλεγόμενη. Η επίλυση των δογματικών και δικονομικών ζητημάτων συνέβαλλε σε ένα εξορθολογισμό της διαδικασίας κατάρτισης των ψηφοδελτίων και ανακήρυξης των συνδυασμών, η εφαρμογή, όμως, του θετικού μέτρου δεν δείχνει να διαφοροποίησε  την θέση των γυναικών στα δημόσια πράγματα. Η ποσόστωση φύλου στους συνδυασμούς υποψηφίων είναι μέτρο που ενεργεί για περιορισμένο χρονικό διάστημα, δηλαδή από τον χρόνο υποβολής της δήλωσης στο πολιτικό δικαστήριο μέχρι την ημέρα των εκλογών και σε περιορισμένη έκταση: επιβάλλοντας την συμπερίληψη ορισμένου αριθμού γυναικών μεταξύ των υποψηφίων, δεν μεταβάλλει ουσιαστικά την παρουσία τους στην εκλογική αντιπαράθεση, πολύ λιγότερο στον δημοκρατικό διάλογο που οδηγεί σε αυτήν. Τα χαρακτηριστικά αυτά του θετικού μέτρου δεν περιορίζουν απλώς την εμβέλειά του, αλλά τείνουν να το καταστήσουν πλασματικό, καθώς το αίτημα για ισότιμη συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική ζωή της χώρας μοιάζει να ικανοποιείται με την απλή καταγραφή της υποψηφιότητάς τους σε αιρετά αξιώματα. Το πολιτικό αποτέλεσμα μιας σημαντικής νομικής συζήτησης και πράξης είναι ισχνό, δεν πρέπει, μολαταύτα, να απογοητεύει. Η ρωγμή που άνοιξε με την εισαγωγή του το θετικού μέτρου, φανερώνει, ότι η προσπάθεια καταπολέμησης των στερεοτύπων και σεβασμού της διαφορετικότητας βρίσκει στο δίκαιο και στην ερμηνεία του ένα πραγματικό στήριγμα: αναγνωρίζοντας ότι οι κατεστημένες αντιλήψεις για τα φύλα και για την σχέση τους με την πολιτική είναι κοινωνικές κατασκευές, ο νομοθέτης και ο δικαστής «δεσμεύονται» να συμβάλλουν σε αλλαγές ικανές να άρουν την διχοτομική πρόσληψη των φύλων και να ανανεώσουν, υιοθετώντας κατάλληλες ρυθμίσεις την ίδια την αντίληψη για την δημοκρατία

Ιφιγένεια Καμτσίδου, Αν.Καθηγήτρια Νομικής Σχολής  Α.Π.Θ

[1] Ενδεικτικά, Γ. Κραβαρίτου, Φύλο και Δίκαιο, Αθήνα, Παπαζήση, 1996, σ. 34 επ., 115 επ.

[2] Για παράδειγμα, στο κοινοτικό δίκαιο, η ίδια η αρχή της ισότητας των φύλων αναγνωρίστηκε ως θεμελιώδης αρχή  3 χρόνια μετά την υιοθέτηση του Ελληνικού Συντάγματος, με την απόφαση του ΔΕΚ Defrenne III της 15 Ιουνίου 1978 (υποθ. C- 149/77), ενώ η δυνατότητα λήψης θετικών μέτρων με την ΔΕΚ Hellmut Marschall της 11 Νοεμβρίου 1997. Επίσης, η Σύμβαση του ΟΗΕ για την κατάργηση των διακρίσεων σε βάρος των γυναικών (CEDAW) υιοθετήθηκε από την Γενική Συνέλευση του Οργανισμού τον Δεκέμβρη του 1979. Βέβαια, σε ορισμένα ευρωπαϊκά Συντάγματα (π.χ. στο Προοίμιο του γαλλικού Συντάγματος του 1946 και στο άρθρο 3 του Ιταλικού Συντάγματος του 1947) υπήρχαν ρυθμίσεις που απαγόρευαν τις διακρίσεις λόγω φύλου, χωρίς όμως να προτρέπουν ή έστω να επιτρέπουν την λήψη θετικών μέτρων από τον νομοθέτη.

[3] Υπενθυμίζεται, ότι η αρχή της μη διάκρισης δεν ταυτίζεται με αυτήν της ισότητας. Σύμφωνα με την πρώτη, απαγορεύεται η εισαγωγή οποιασδήποτε ρύθμιση επάγεται άμεσα ή έμμεσα δυσμενείς συνέπειες σε μια κατηγορία υποκειμένων, ενώ η δεύτερη απαιτεί οι κανόνες δικαίου και γενικότερα η κρατική δράση να εξασφαλίζουν την ισότιμη απόλαυση των ελευθεριών και δικαιωμάτων (βλ. Σ.Κοφίνη, Η απαγόρευση των διακρίσεων, μεταξύ ισότητας και αξιοπρέπειας, Διδακτορική διατριβή, Νομική Σχολή του Α.Π.Θ., 2015, αδημοσίευτη σ.133 επ., όπου συστηματική νοηματοδότηση της αρχής της μη διάκρισης ενόψει και της διεθνούς νομολογίας και της πρακτικής των διεθνών οργανισμών). Πάντως, η αρχή της ισότητας καθ’ εαυτή αποτελεί αντικείμενο μακρόχρονης συζήτησης και πλούσιας νομολογιακής επεξεργασίας: το πέρασμα από την ισότητα ενώπιον του νόμου σε αυτήν εντός του νόμου, κατέδειξε την σημασία της διάκρισης ανάμεσα στην τυπική και την αναλογική ισότητα (από την ελληνική νομική σκέψη, βλ. Α. Σβώλου-Γ. Βλάχου, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, Μέρος Ι, Τόμος Α΄, 1954, σελ. 178 επ., Α. Μάνεση, «Η συνταγματική αρχή της ισότητος και η εφαρμογή της υπό των δικαστηρίων» (ΕΕΝ 1958), στου ίδιου Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, εκδ. Σάκκουλα, 1980, σ. 316 επ. Α. Μανιτάκη, «Η συνταγματική  αρχή της ισότητας  και η έννοια του γενικού συμφέροντος», Το Σύνταγμα, 1978, σ. 433 επ., Θ. Αντωνίου, Η ισότητα ενώπιον και εντός του νόμου, Αθήνα, Α. Σάκκουλας, 1998, passim, Λ. Παπαδοπούλου, ‘Ισότητα εναντίον ισότητας: μοντέλα διανεμητικής δικαιοσύνης’, Επιστήμη και Κοινωνία, 2004, σ. 167 επ., Γ. Γεραπετρίτη, Ισότητα και Θετικά μέτρα, Αθήνα, Α. Σάκκουλας, 2007, σ.19 επ.,)   η οποία επιτάσσει ο νομοθέτης να μεταχειρίζεται με όμοιο τρόπο τα όμοια και με ανόμοιο τα ανόμοια. Τούτο άνοιξε τον δρόμο για την αναζήτηση των όρων πραγμάτωσης της αρχής, ιδίως μέσα από την χρήση ορθολογικών και δίκαιων κριτηρίων διαφοροποίησης των κοινωνικών καταστάσεων, ικανών όχι μόνον να πείσουν τους αποδέκτες της ρύθμισης για την ορθότητά της, αλλά και να επιτρέψουν στον δικαστή να πραγματοποιήσει τον έλεγχο της συνταγματικότητάς της. Περαιτέρω, αντιγνωμία υπάρχει σχετικά με το στάδιο, στο οποίο θα πρέπει να επιδιώκεται η εξίσωση: άλλοτε υποστηρίζεται, ότι η σχετική  υποχρέωση της πολιτείας εξαντλείται στο να λαμβάνει μέτρα που θα εξασφαλίζουν ίσες ευκαιρίες σε όλους τους φορείς των δικαιωμάτων, άλλοτε ότι εκτείνεται και στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Τα θετικά μέτρα συνήθως αντιμετωπίζονται ως ειδικότερη έκφανση της ισότητας αποτελέσματος, με την έννοια ότι με αυτά διώκεται η απόλαυση του δικαιώματος με όρους κοινωνικής ισοτιμίας, την οποία τα δικαστήρια αποκαλούν πραγματική ισότητα (βλ. Γ. Γεραπετρίτη, ό.π, 213 επ.). Ωστόσο, όπως θα δειχθεί παρακάτω για τις ποσοστώσεις στα ψηφοδέλτια, πρόκειται μάλλον για σύγχυση, δεδομένου ότι στις περισσότερες περιπτώσεις, η επιδιωκόμενη εξίσωση επιδιώκεται με παρέμβαση που αφορά αποκλειστικά τους όρους «πρόσβασης» στο δικαίωμα.

[4] Ενδεικτικά ΣτΕ 1933/1998, ΣτΕ 2905-9/2003, ΔΕφΑθ 382/2007, ΔΕφΚομοτ. 213/2007, ΣτΕ 406-7/2012

[5] Έτσι, ΣτΕ 1986/2005 Ολ. «Εξ άλλου, από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 116 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή της, συνάγεται ότι ο συντακτικός νομοθέτης, με σκοπό την αποκατάσταση μιας πραγματικής ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, θέλησε να θεσπίσει ρητώς τη δυνατότητα λήψεως θετικών μέτρων υπέρ των γυναικών και, γενικότερα, να καταστήσει ακόμη ευνοϊκότερο, σε σχέση με το διασφαλιζόμενο από το αναθεωρηθέν Σύνταγμα, το νομικό καθεστώς προστασίας τους και προσβάσεώς τους στα διάφορα επαγγέλματα και, συνεπώς, αυστηρότερες τις προϋποθέσεις αποκλίσεων από την αρχή της ισότητας των δύο φύλων (υπογρ. δική μου). Περαιτέρω όμως ο συντακτικός νομοθέτης, όπως συνάγεται από την πιο πάνω διάταξη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 του Συντάγματος, δεν απαγόρευσε απολύτως, σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τη συνδρομή συγκεκριμένων και σοβαρών (αποχρώντων) λόγων, …οιαδήποτε απόκλιση από την πιο πάνω αρχή της ισότητας των φύλων. ..Ενόψει των ανωτέρω, αποκλίσεις από την ως άνω αρχή, πέρα από την περίπτωση των θετικών μέτρων υπέρ των γυναικών, είναι, κατ` εξαίρεση, συνταγματικά θεμιτές, μόνον εφόσον προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου και προκύπτει σαφώς από το νόμο αυτό ή τις προπαρασκευαστικές εργασίες του, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι οι αποκλίσεις αυτές θεσπίσθηκαν με βάση συγκεκριμένα και πρόσφορα κριτήρια, τα οποία επιτρέπουν στους ενδιαφερόμενους πολίτες και τελικώς στα δικαστήρια να ελέγχουν, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν οι εισαγόμενες αποκλίσεις δικαιολογούνται πλήρως από τη φύση ή τις συνθήκες ασκήσεως της εργασίας και αν είναι απολύτως αναγκαίες και πρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.»

[6] Βλ. Ν. Καλτσόγια- Τουρναβίτη, «Υποαντιπροσώπευση γυναικών και δημοκρατία. Η συνταγματικότητα των ποσοστώσεων», σε Κέντρο Γυναικείων Μελετών Διοτίμα, Το φύλο των δικαιωμάτων, Αθήνα, Νεφέλη 1999, σ. 461 επ.

[7] Αλλά και τις επιφυλάξεις της θεωρίας, βλ. ενδεικτικά,  Ελ. Βαρίκα, «Γυναικείο ζήτημα ή ζήτημα δημοκρατίας;», σε Κέντρο Γυναικείων Μελετών Διοτίμα, ό.π., σ. 508 επ., Μ. Παντελίδου- Μαλούτα, «Αναζητώντας το φύλο του πολίτη. Έμφυλη οικουμενικότητα και πολλαπλότητα των φύλων» στο ίδιο παραπάνω συλλογικό τόμο, σ. 537 επ., της ίδιας, Το φύλο της δημοκρατίας, Ιδιότητα του πολίτη και έμφυλα υποκείμενα, Αθήνα, Σαββάλας 2002, B. Perreau, «L’invention républicaine. Éléments d’une herméneutique minoritaire », Pouvoirs 2004/4, σ. 41, επ., A.-G. Slama, « Contre la discrimination positive. La liberté insupportable », στο ίδιο τεύχος σ. 133 επ. N. Fraser – M. Ploux, «Multiculturalisme, anti-essentialisme et démocratie radicale », Cahiers du Genre, 2005/2, σ. 27 επ.

[8] Η ρύθμιση σήμερα περιλαμβάνεται στο άρθρο το άρθρο 18 παρ.3 του ν. 3852/2010, ενώ στο άρθρο 19 του ίδιου νόμου επαναλαμβάνεται η κύρωση του απαραδέκτου .

[9] Η προσπάθεια του γάλλου νομοθέτη είχε ξεκινήσει στις αρχές της δεκαετίας του 1980, αλλά το Συνταγματικό Δικαστήριο είχε κρίνει, ότι οι συνταγματικές αρχές που διέπουν την ψήφο και οι σχετικές ρυθμίσεις της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789 δεν επιτρέπουν την υποδιαίρεση του εκλογικού σώματος σε κατηγορίες και κήρυξε αντισυνταγματική την ποσόστωση φύλου στους εκλογικούς συνδυασμούς των δημοτικών εκλογών (απόφαση 82-146 DC της 18 Νοεμβρίου 1982). Για τον λόγο αυτό, με την αναθεώρηση της 8ης Ιουλίου 1999 προστέθηκε στο άρθρο 3 του Γαλλικού Συντάγματος η ακόλουθη διάταξη «ο νόμος διευκολύνει την ίση πρόσβαση ανδρών και γυναικών στα αιρετά αξιώματα και λειτουργήματα», ενώ στο άρθρο 4 συμπεριλήφθηκε ρύθμιση που επιβάλλει στα κόμματα να συμβάλλουν στην πραγμάτωση της προαναφερόμενης αρχής.

[10] Βλ. Λ. Παπαδοπούλου, «Γυναικεία συμμετοχή και Δημοκρατία: Οι ποσοστώσεις υπό ο φως της πολιτικής και συνταγματικής θεωρίας», σε: Δικαιώματα του Ανθρώπου 2006/32, σ. 1243 (1269 επ.).

[11] Πρβλ. J-P Dubois, « De l’inanité des discriminations positives », σε  Projet, 2005/4, σ. 63-71.

[12] Βλ. από τις πρώτες αποφάσεις ΣτΕ 2831,2832, 2833, 3027, 3028, 3185, 3187, 3188, 3189/2003, 2388/2004

[13]Έτσι, στις  ΣτΕ 2831,2832,2833/03

[14] ΑΕΔ 34/1985

[15] Πρβλ. Μ. Πικραμένου-Δ.Μαυροπόδη, Η εκλογική νομοθεσία του Συμβουλίου της Επικρατείας για τους ΟΤΑ, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, Σάκκουλα, 2006, σ. 19-20

[16] Είναι, βέβαια, αλήθεια, ότι στις παραπάνω αποφάσεις η αναφορά στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, στις αρχές που διέπουν την ψήφο και την ψηφοφορία  και στην υποχρέωση της πολιτείας να εγγυάται την ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης δημιούργησε την εντύπωση, ότι το δικαστήριο αποδέχεται πως η υποχρέωση της πολιτείας συνίσταται στην λήψη μέτρων που θα προσδιορίζουν το αποτέλεσμα της εκλογικής αναμέτρησης, ανατρέποντας την υποαντιπροσώπευση των γυναικών και διασφαλίζοντας σύνθεση των αιρετών σωμάτων ανάλογη με αυτήν του εκλογικού σώματος.

[17] Τούτη η κανονιστική εκφορά δικαιολογεί και την μειοψηφία του Συμβούλου Ν. Σακελαρίου, που σταθερά υποστήριξε ότι «ότι η ακώλυτος άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων αποτελεί θεμελιώδη αρχή του δημοκρατικού πολιτεύματος, υπό την έννοια ότι δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι συνάδει προς την θεμελιώδη αυτή διάταξη (του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος) οιαδήποτε επέμβαση του κοινού νομοθέτη, η οποία αποσκοπεί στην θέσπιση, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο περιορισμών εις την άσκηση είτε του δικαιώματος του εκλέγειν είτε του δικαιώματος του εκλέγεσθαι δια της υιοθετήσεως κριτηρίων συναπτομένων με την προσωπικότητα του ατόμου, όπως είναι το φύλο, η καταγωγή, το θρήσκευμα κλπ.»

[18] Με όμοια διατύπωση σε όλες τις προαναφερόμενες αποφάσεις «… το Σύνταγμα…. ορίζει στο άρθρο 1 παρ. 2 ότι : «2. Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία», στο άρθρο 51 παρ. 3 ότι : «3. Οι βουλευτές εκλέγονται με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία από τους πολίτες που έχουν εκλογικό δικαίωμα, όπως νόμος ορίζει….», στο άρθρο 52 ορίζει ότι : «Η ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, τελεί υπό την εγγύηση όλων των λειτουργών της Πολιτείας, που έχουν υποχρέωση να τη διασφαλίζουν σε κάθε περίπτωση. Νόμος ορίζει τις ποινικές κυρώσεις κατά των παραβατών της διάταξης αυτής» και στο άρθρο 54 παρ. 1 ότι : «1. Το εκλογικό σύστημα και οι εκλογικές περιφέρειες ορίζονται με νόμο που ισχύει από τις μεθεπόμενες εκλογές εκτός και αν προβλέπεται η ισχύς του άμεσα από τις επόμενες εκλογές με ρητή διάταξη που ψηφίζεται με την πλειοψηφία των δυο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών». Επίσης, στο άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι : «1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 2. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις.», στο άρθρο 116 παρ. 2 αυτού ορίζεται ότι : « 2. Δεν αποτελεί διάκριση λόγω φύλου η λήψη θετικών μέτρων για την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών. Το κράτος μεριμνά για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη ,ιδίως σε βάρος των γυναικών» και στο άρθρο 5 παρ. 1 ότι : «1. Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη». Εξάλλου, στο άρθρο 102 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι : «2. Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. Οι αρχές τους εκλέγονται με καθολική και μυστική ψηφοφορία, όπως νόμος ορίζει».

[19] Σ. Κωνσταντίνου- Γ. Φλίγγου, Η εκλογική νομοθεσία του Συμβουλίου της Επικρατείας για τους ΟΤΑ, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, Σάκκουλα, 2010, σ. 17

[20] Βλ. ΣτΕ 2832, 2833/2003, σκ. 6, ΣτΕ 3027/03 σκ. 8, ΣτΕ 3185, 3187, 3188, 3189/03, σκ. 6.

[21] «…η επιβαλλόμενη υποχρεωτική ποσόστωση είναι μάλλον χαμηλή και αφορά τον αριθμό των γυναικών υποψήφιων δημοτικών και τοπικών συμβούλων που πρέπει να περιλαμβάνει κάθε συνδυασμός και όχι τον αριθμό των γυναικών δημοτικών και τοπικών συμβούλων που πρέπει να εκλέγονται υποχρεωτικώς από κάθε συνδυασμό» σε όλες τις αποφάσεις της προηγούμενης υποσημείωσης

[22] Βλ. Μ. Πικραμένου-Δ.Μαυροπόδη, ό.π., σ. 18 και 24

[23] Έτσι, ο καθορισμός της υποχρεωτικής ποσόστωσης στο 30% για κάθε φύλο, σε συνδυασμό με το γεγονός

[24]  Ό.π., σ. 25, 29

[25] ΣτΕ 2831, 2832, 2833/2003, 3027,3028/03 και  ΣτΕ 3185, 3187, 3188, 3189/03

[26] ΣτΕ 3027, 3028/03 «Κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής τα πολιτικά δικαστήρια, ελέγχουν σύμφωνα με τα άρθρα 55 και 57 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, τη νομιμότητα των δηλώσεων κατάρτισης των συνδυασμών, στα πλαίσια δε του ελέγχου αυτού εξετάζουν, μεταξύ άλλων, αν οι δηλώσεις κατάρτισης των συνδυασμών που έχουν κατατεθεί, …, περιλαμβάνουν τον ελάχιστο αριθμό υποψήφιων από το γυναικείο φύλο και, περαιτέρω, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 55 παρ. 6 του ίδιου Κώδικα, οφείλουν να μην ανακηρύξουν τις απαράδεκτες δηλώσεις, δηλαδή εκείνες που περιλαμβάνουν αριθμό γυναικών μικρότερο από το 1/3 του συνόλου των υποψήφιων του συνδυασμού.», ομοίως στις ΣτΕ 2831, 2832, 2833/2003, 192/2004, 3237/2007, 2123/2011

[27] Ό.π., σ. 30 επ.

[28] Βλ. Σ. Κωνσταντίνου- Γ. Φλίγγου, ό.π., σ. 15, 17 και 897/2010, 4053, 4054/2011,

[29] Ενδεικτικά, 3027,3028/2003

[30] ΣτΕ 4053/2011 που επικύρωσε τη Δ.Πρ.Λαρ. 7/11, όμοια η 4054/11 με μειοψ.

[31] Όπως για παράδειγμα ΑΕΔ 24/1994, με την οποία κρίθηκε ότι το σύστημα κατανομής των αδιάθετων εδρών δεν αντιβαίνει στην αρχή της ισοδυναμίας της ψήφου και οι ΑΕΔ 58/1995 και 34/1999  με τις οποίες κρίθηκε συνταγματικά θεμιτή η ρύθμιση που επιβάλλει, για την απονομή έδρας στο Ευρωκοινοβούλιο, το κόμμα να συγκεντρώσει ποσοστό εγκύρων ψηφοδελτίων ίσο με 3% του συνόλου.

[32] Έτσι, η ΣτΕ 3684/2009 Ολ., με την οποία κρίθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 50 παρ. 1 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, κατά την οποία στις εκλογές των δημάρχων και δημοτικών συμβούλων θεωρείται επιτυχών ο συνδυασμός που πλειοψήφησε με ποσοστό 42% του συνόλου των εγκύρων ψηφοδελτίων, δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας.

[33] Πρβλ. Γ. Γεραπετρίτη, ό.π., σ. 327 επ., ιδίως 329 επ.

Κατηγορίες: Μελέτες. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

Τα σχόλια έχουν κλείσει.