“Τα θρησκευτικά σύμβολα στον δημόσιο χώρο: η σκοπιά του Συνταγματικού Δικαίου”, σε academia.edu

Τα θρησκευτικά σύμβολα στον δημόσιο χώρο: η σκοπιά του Συνταγματικού Δικαίου[1]

Ι.Καμτσίδου

Αν. καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου

Η γέννηση του δημόσιου χώρου στην νεωτερικότητα χρωστά πολλά σε ένα κίνημα αμφισβήτησης που γεννήθηκε στο εσωτερικό της κρατούσας τότε στην Δ. Ευρώπη θρησκείας, ένα κίνημα θεολογικού χαρακτήρα, που όμως είχε σημαντικές πολιτικές και πολιτειακές συνέπειες. Πραγματικά, αυτό που ονομάστηκε αργότερα η Επανάσταση των Αγίων[2] έθεσε έναν ενδιάμεσο στόχο για την πολιτική οργάνωση των κοινωνιών και υποστήριξε, ότι η επίγεια εξουσία εκπορεύεται μεν από τον Θεό, ωστόσο θα πρέπει να απονέμεται με την διαμεσολάβηση του λαού: omnis potestas a Deo per populum. Έτσι, ο μονάρχης εξακολουθούσε να διατυπώνει αυτός τα ανεπίδεκτα αμφισβήτησης προτάγματα που απορρέουν από  τις χριστιανικές αρχές και αξίες και με βάση αυτά να ρυθμίζει την κοινωνική συμβίωση, εντούτοις ο λαός αναγνωρίστηκε ως ο αναγκαίος διαμεσολαβητής της ρυθμιστικής θεϊκής παρέμβασης στην πολιτική σφαίρα. Την ίδια περίοδο η παραγωγική διαδικασία επεκτεινόταν σταδιακά πέρα από την γεωργική παραγωγή και νέα κοινωνικά στρώματα (έμποροι, τεχνίτες, μικροβιοτέχνες) αποκτούσαν οικονομική ισχύ, η δε ευτυχής σύμπτωση της ανάπτυξης των παραπάνω κοινωνικών δυνάμεων με την προτεστάντικη ερμηνεία της χριστιανικής διδασκαλίας συνέβαλλε ουσιαστικά στην εγκατάσταση του αντιπροσωπευτικού συστήματος διακυβέρνησης: η θεϊκή καταγωγή του μονάρχη στήριζε το αλάθητο των αποφάσεών του (The King cannot do wrong), ενώ οι πλημμέλειες που εντοπίζονταν κατά την διαχείριση των υποθέσεων του βασιλείου αποδίδονταν στους υπουργούς, συμβούλους και υπηρέτες του, οι οποίοι λογοδοτούσαν προς τους αντιπροσώπους της πολιτικής κοινότητας. Ιδρύθηκε, λοιπόν, ένα πεδίο ελέγχου της άσκησης της πολιτικής εξουσίας από το λαό, στο εσωτερικό του οποίου η αντιπαράθεση για τα δημόσια πράγματα αναδείχθηκε σε ουσιαστική παράμετρο της νομιμοποίησης των πολιτικών αποφάσεων, με άλλα λόγια γεννήθηκε ο δημόσιος χώρος.

Από πυλώνας του δημόσιου χώρου, εξόριστη στο forum internum των προσώπων: Η θρησκεία  μεταξύ κρατικής πολιτικής και προσωπικής αυτονομίας.

Οι παραπάνω εξελίξεις δεν οδήγησαν βέβαια στην εκκοσμίκευση της εξουσίας, απλώς βοήθησαν στην «αντιστροφή» της σχέσης του θείου και του μονάρχη: Τόσο στην Αγ. Γερμανική Αυτοκρατορία, όσο και στην απολυταρχική Γαλλία, το δόγμα Cujus regio, ejus religio επέτρεψε στον άρχοντα να προσδιορίζει αυτός το θρήσκευμα των υπηκόων του και να αντλεί όλα τα ωφελήματα που μπορεί να εξασφαλίσει η προνομιακή σχέση με τον Θεό, σχέση στην οποία συμμετείχαν ενεργά οι εκπρόσωποι του Θεού επί της γης[3]. Απλουστεύοντας, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός μέλους του κοινωνικού συνόλου αποτελούσαν κρατική υπόθεση, με αποτέλεσμα οι θεολογικοί διάλογοι να προσλαμβάνουν πολιτική διάσταση, ενώ παράλληλα η πολιτική να ασκείται συχνά με θεολογικούς όρους. Όπως είναι ευνόητο, στο πλαίσιο αυτό, η διαφορετική  θρησκευτική πεποίθηση αποτελούσε εκδήλωση και κριτικής στάσης απέναντι στην κρατική εξουσία, η οποία, με την σειρά της, αντιμετώπιζε τα μέλη των θρησκευτικών μειονοτήτων  ως πολιτικούς αντιπάλους.

Χρειάστηκε, λοιπόν, να μεσολαβήσουν η γαλλική και η αμερικανική επανάσταση, προκειμένου να αναγνωριστούν θεσμικά[4] αφενός η ελευθερία των μελών του κοινωνικού συνόλου να επιλέγουν ελεύθερα το θρήσκευμά τους, αφετέρου η υποχρέωση του κράτους να τηρεί ουδετερότητα απέναντι στα διαφορετικά θρησκευτικά δόγματα. Για να διασφαλιστεί, πάντως, η εξόχως σημαντική, υπαρξιακή επιλογή των προσώπων να θρησκεύονται ή όχι και να διαλέγουν τον Θεό της αρεσκείας τους, η θρησκεία μετατέθηκε από τον δημόσιο στον ιδιωτικό χώρο, όπου, μάλιστα, εγκαταστάθηκε στο πιο απρόσιτο από την εξουσία σημείο, στην συνείδηση καθενός.

Έτσι, στα νεωτερικά πολιτεύματα οι θρησκευτικές πεποιθήσεις προστατεύονται καταρχήν ως στοιχείο του forum internum των προσώπων, στο οποίο το κράτος δεν επιτρέπεται να διεισδύσει με κανένα τρόπο. Σε επίπεδο συνταγματικού δικαίου, το πρόταγμα αυτό αποκρυσταλλώνεται με την κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας ως ατομικού δικαιώματος. Παράλληλα,  με την μορφή πολιτικής μάλλον αρχής, διακηρύχθηκε ότι το κράτος  δεν θρησκεύεται και ότι υποχρεώνεται να εξασφαλίζει την ισότιμη μεταχείριση όλων των μελών του κοινωνικού συνόλου ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Χαρακτηριστική είναι η διατύπωση  της Γαλλικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη (άρθρο 10) που ορίζει, ότι «Κανείς δεν πρέπει να ενοχλείται για τις πεποιθήσεις του, ακόμη και τις θρησκευτικές, εφόσον η εκδήλωσή τους δεν διαταράσσει την δημόσια τάξη που εγκαθιδρύει ο νόμος», καθώς και η ρύθμιση  του πιο δημοκρατικού Συντάγματος της Ελληνικής  Επανάστασης (άρθρο 3 Συντ. της Τροιζήνας) «Καθείς εις την Ελλάδα επαγγέλεται την θρησκεία του ελευθέρως και δια την λατρείας αυτής έχει ίσην υπεράσπισιν».

Είναι βέβαια αλήθεια, ότι ενώ η προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας δεν γνωρίζει εξαιρέσεις, σε καθένα κράτος οι σχέσεις κράτους και θρησκείας διαμορφώθηκαν με διαφορετικό τρόπο. Πάντως, ανεξάρτητα από το ειδικότερο πρότυπο συνταγματικής ρύθμισής τους[5], κύριο γνώρισμα των σχέσεων αυτών τους δυο τελευταίους αιώνες «είναι η πλήρης κοσμική υποταγή της εκκλησίας στο κράτος, με την έννοια της πλήρους αναγνώρισης από τις εκκλησίες στο κράτος της αρμοδιότητάς του να ορίζει με νόμους και αποφάσεις τα του κόσμου τούτου, δηλαδή τα εγκόσμια πράγματα»[6].

Έτσι και στην Ελλάδα, η θρησκευτική ελευθερία προστατεύεται  πανομοιότυπα από το Σύνταγμα 1844 μέχρι το ισχύον Σύνταγμα (άρθρο 13 παρ. 1 εδ. α’) «Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη.», ενώ η «ίση υπεράσπιση» των πολιτών κατά την άσκηση των λατρευτικών τους καθηκόντων έδωσε την θέση της στην υποχρέωσή τους να λατρεύουν τον θεό τους, χωρίς να προσβάλλουν την δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη. Εν πάση περιπτώσει, στο Σύνταγμα του 1975, ορίζεται ρητά (άρθρο 13 παρ. 1 εδ.β’) ότι « Η απόλαυση   των ατομικών  και πολιτικών  δικαιωμάτων δεν εξαρτάται  από τις θρησκευτικές   πεποιθήσεις  καθενός.» και πως (άρθρο 13 παρ. 2) «Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων.»  Η χώρα μας, λοιπόν, ανήκει στην ευρύτερη οικογένεια των ευρωπαϊκών κρατών[7], που κατά τις τελευταίες δεκαετίες «ομογενοποιείται» υπό την επίδραση της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) και στην οποία το θρησκευτικό φρόνημα –πρέπει να- παραμένει απρόσβλητο από πολιτειακές παρεμβάσεις, ενώ από τις εξωτερικές εκδηλώσεις  του, αυτή που αναντίλεκτα εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο της ελευθερίας είναι η λατρεία, που τελείται μεν δημόσια, αλλά συνήθως σε συγκεκριμένο χώρο, στον οποίο η πρόσβαση είναι απολύτως εθελοντική. Εξάλλου, αδιαμφισβήτητα προστατεύονται η μετάδοση και η διδασκαλία της θρησκείας.

Η παραπάνω πρόσληψη της θρησκευτικής ελευθερίας φέρνει κοντά τους πιστούς και την αριστερά, δεδομένου ότι κοινή στόχευσή τους είναι μεν η  ακώλυτη από την πολιτική εξουσία ανάπτυξη του θρησκευτικού φρονήματος, αλλά επεκτείνεται αναγκαστικά και στην αρχή της ισότητας: ο σεβασμός της θρησκευτικής συνείδησης καθενός συνδέεται στενά με την απαγόρευση διακρίσεων, καθώς και με την ρύθμιση των κοινωνικών σχέσεων με κανόνες, που όντας αδιάφοροι για την θρησκευτική ένταξη των υποκειμένων που υπάγονται σε αυτούς, εξασφαλίζουν σε όλους ίσα δικαιώματα και επιβάλλουν ίσες υποχρεώσεις. Με άλλα λόγια, η προάσπιση της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης ανάγεται σε παράμετρο πραγμάτωσης της αρχής της ισότητας, που με την σειρά της αποτελεί προϋπόθεση για την απόλαυση γενικότερα των δικαιωμάτων και ελευθεριών. Η διαφύλαξη, λοιπόν, της ουδετερότητας του δημόσιου χώρου δείχνει να αποτελεί κοινή αξία για την αριστερά και την εκκλησία, ίσως και την ασφαλέστερη εγγύηση για την επιδίωξη των βασικών θεσμικών στόχων τους.

Ο «ουδέτερος» χαρακτήρας της δημόσιας σφαίρας, μια ατελής εγγύηση για την απόλαυση της θρησκευτικής ελευθερίας και για την πραγμάτωση της αρχής της ισότητας.

Εντούτοις, η ιδεατή αυτή προσέγγιση της θρησκευτικής ελευθερίας από την φιλελεύθερη και στην συνέχεια από την δημοκρατική σκέψη παραγνωρίζει δυο σημαντικά κοινωνικοπολιτικά δεδομένα: πρώτον, η θρησκευτική συνείδηση καλλιεργείται και αναπτύσσεται στο εσωτερικό οργανωμένων κοινοτήτων, με αυστηρή δομή και με κανόνες που δεν αφορούν απλώς την εσωτερική τους λειτουργία, αλλά διεκδικούν να ρυθμίσουν την κοινωνική συμπεριφορά των μελών τους. Για να παραμείνουμε στην Γηραιά Ήπειρο, η χριστιανική πίστη ονομάζει την δική της κοινότητα εκκλησία, για πολύ γνωστούς δε λόγους, η εκκλησία δεν παρέμεινε μια, αλλά διαιρέθηκε σε περισσότερες. Οι εκκλησίες ουδέποτε έχασαν την κοινωνική ισχύ τους,  ενώ στην παρούσα περίοδο κρίσης του κοινωνικού κράτους ανακτούν σημαντικό ρόλο και αναδεικνύονται σε συλλογικότητες εν δυνάμει ανταγωνιστικές προς την δημοκρατική πολιτεία: ως προνομιακά πεδία κοινωνικής ένταξης και ανάπτυξης των προσώπων με ψυχική ασφάλεια,  φιλοδοξούν να υποκαταστήσουν αυτές –έστω εν μέρει- την πιο βασική κρατική λειτουργία, την νομοθετική, προσδίδοντας μάλιστα στους δικούς τους κανόνες την περιωπή της άσφαλτης θεϊκής επιταγής.

Επιπλέον, όπως προαναφέρθηκε, οι εκκλησίες στο παρελθόν συμμετείχαν ενεργά στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας και οι δεσμοί που είχαν εγκατασταθεί  ανάμεσα στις ηγεσίες τους και στους πολιτειακούς θεσμούς διατηρούνται ενεργοί ακόμη και στις μέρες μας. Από τα χριστιανοδημοκρατικά κόμματα, που αποτελούν την πολιτική έκφραση συγκεκριμένου δόγματος και επιδιώκουν να μετουσιώσουν σε κρατική πολιτική τις χριστιανικές αξίες και αρχές[8] μέχρι την πιο ήπια ελληνική περίπτωση[9], όπου η επίδραση της εκκλησίας στην πολιτειακή ζωή υπήρξε έμμεση[10] ο ιμάντας που συνδέει την εκκλησία της επίσημης ή κρατούσας θρησκείας με το κράτος φαίνεται αδιάρρηκτος. Τούτο αφενός καθιστά την εκκλησία μηχανισμό νομιμοποίησης της εξουσίας, αφετέρου συνεπάγεται μια προνομιακή σχέση των μελών της με τους κρατικούς μηχανισμούς ή τουλάχιστον ευνοεί την διακριτική και σε πλείστες περιπτώσεις άνιση μεταχείριση των θρησκευτικών μειονοτήτων  από τους φορείς δημόσιας εξουσίας.

Κατά δεύτερο λόγο, πιστοί διαφόρων θρησκευτικών δογμάτων επιθυμούν να εκδηλώνουν δημόσια τις πεποιθήσεις τους είτε για να υπακούουν σε σχετικό εκκλησιαστικό κανόνα είτε για να αναπτύσσουν ακώλυτα πρακτικές που εκφράζουν και ικανοποιούν το θρησκευτικό τους συναίσθημα. Έτσι, η απαιτούμενη από τον πιστό ομολογία πίστεως διατυπώθηκε ως αίτημα αναγραφής του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες[11], ενώ σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες πιστοί διαφορετικών θρησκευμάτων διεκδικούν να φέρουν δημοσίως θρησκευτικά σύμβολα (σταυρό, μαντήλα ή νικάμπ), έστω και αν αυτά εκδηλώνουν ταυτόχρονα κριτική στάση προς κάποιο από τα βασικά προτάγματα της συνταγματικής δημοκρατίας, π.χ. την αρχή της ισότητας των φύλων.

Γίνεται, λοιπόν, φανερό ότι τα πρόσωπα αυτά  δεν αρκούνται πια στην προστασία του forum internum για την απόλαυση της θρησκευτικής τους ελευθερίας, αλλά απαιτούν από το Σύνταγμα και τον νόμο να διαφυλάσσουν την εκδήλωση της θρησκευτικότητάς τους στον δημόσιο χώρο. Ως φορείς της θρησκευτικής ελευθερίας διεκδικούν να απολαμβάνουν με όρους ισότητας τα δικαιώματά τους, ζητώντας η θρησκευτική ουδετερότητα της δημοκρατικής πολιτείας να μην έχει την μορφή του περιορισμού ή έστω της αδιαφορίας απέναντί τους, αλλά την μορφή της ισότιμης προστασίας και σεβασμού όλων των θρησκευόμενων στην δημόσια σφαίρα.

Το αίτημα, επομένως, να κατοχυρώνονται η δημόσια έκφραση της θρησκευτικότητας και η δημόσια χρήση των θρησκευτικών συμβόλων έχει διπλή προέλευση: Από την μια το κράτος, ορθότερα συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις που διαχειρίζονται την  κρατική εξουσία, επιδιώκουν ή έστω αποδέχονται την σύνδεση της τελευταίας με την θρησκεία την οποία ασπάζεται η πλειοψηφία του λαού. Η σύνδεση αυτή, που προφανώς πραγματοποιείται στον δημόσιο χώρο, σηματοδοτείται και μέσα από την χρήση θρησκευτικών συμβόλων κατά την άσκηση σημαντικών πολιτειακών λειτουργιών, όπως η νομοθέτηση, η δικαιοσύνη ή η δημόσια εκπαίδευση. Από την άλλη πλευρά, μέλη θρησκευτικών κοινοτήτων διεκδικούν η παρουσία τους στην δημόσια σφαίρα να εκφράζει την προσήλωσή τους στο θρήσκευμα που έχουν επιλέξει είτε αυτοί λειτουργούν ως ιδιώτες είτε ως φορείς δημόσιας εξουσίας π.χ. ως δικαστές ή ως δάσκαλοι. Πρόκειται για διαφορετικής τάξης ζητήματα, που δεν επιδέχονται ενιαία απάντηση και που μπορεί να περιπλέξουν τις σχέσεις των θρησκευτικών κοινοτήτων με τους θεσμούς και με τις πολιτικές δυνάμεις καθενός τόπου. Ειδικά δε σε ό,τι αφορά την σχέση τους με την αριστερά, αυτές μοιάζει να τίθενται σε νέα βάση, δεδομένου, ότι η προστασία της θρησκευτικότητας στον δημόσιο χώρο προϋποθέτει μια νέα αντίληψη για την ισότητα.

Η δημόσια χρήση των θρησκευτικών συμβόλων και η αναζήτηση της ισότητας στα μετανεωτερικά πολιτεύματα.

Η πιο εύκολη για τον νομικό περίπτωση είναι αυτή της χρήσης των θρησκευτικών συμβόλων κατά την άσκηση μιας από τις τρεις κρατικές εξουσίες. Η ανάρτηση του σταυρού ή του Εσταυρωμένου στις δικαστικές αίθουσες ή η έκθεση άλλων συμβόλων στο δικαστικό μέγαρο αποτελεί μάλλον το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, για το οποίο φαίνεται να έχει διαμορφωθεί ομοφωνία  στον διεθνή «διάλογο» των ανώτατων δικαστηρίων: ήδη από το 1973, όταν ένας Εβραίος δικηγόρος ζήτησε να αφαιρεθούν οι σταυροί από τα δικαστήρια, διότι δεν θα έπρεπε να είναι υποχρεωμένος να δικάζει υποθέσεις «υπό τον σταυρό», το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Δικαστήριο έκρινε ότι η ανάρτηση του σταυρού στην αίθουσα του δικαστηρίου υπονοεί την ταύτιση του κράτους με μια θρησκεία και παραβιάζει τη θρησκευτική ελευθερία[12].  Όμοια ήταν και η κρίση του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της Ελβετίας το 1995, που απαγόρευσε την ανάρτηση του συμβόλου του «Εσταυρωμένου» στις αίθουσες των δικαστηρίων [13], ενώ και το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε ότι η έκθεση των Δέκα Εντολών στο κτίριο ενός δικαστηρίου[14], εκπέμπει ένα ισχυρό θρησκευτικό μήνυμα που συνδέει το κράτος με μια συγκεκριμένη θρησκεία, και έτσι παραβιάζεται η κρατική ουδετερότητα.

Η «αντίσταση» της πολιτικής εξουσίας στην παραπάνω θεώρηση και στην αποδοχή των κανονιστικών της συνεπειών γίνεται εύκολα κατανοητή, καθώς το αίτημα σεβασμού της θρησκευτικής ελευθερίας κατά την λήψη των κρατικών αποφάσεων, περιορίζει έναν σημαντικό παράγοντα νομιμοποίησης των τελευταίων: όταν αυτές τίθενται υπό την «αιγίδα» της θείας πρόνοιας γίνονται ευκολότερα αποδεκτές από πολυάριθμα τμήματα του πληθυσμού και η εφαρμογή τους διευκολύνεται. Για τον λόγο αυτό, εξάλλου, οι κυβερνήσεις φροντίζουν να επενδύουν πια και με συνταγματικά επιχειρήματα την δυνατότητα τους να χρησιμοποιούν τα θρησκευτικά σύμβολα στον δημόσιο χώρο[15].

Εξίσου ευεξήγητη είναι και η στάση της αριστεράς απέναντι σε πρακτικές ανάμειξης της θρησκείας στην πολιτειακή πράξη: η –έστω έμμεση- αναγωγή της κρατικής βούλησης στα θεϊκά προτάγματα, περιορίζει την πολιτική αυτονομία, με άλλα λόγια αποδίδει ένα προνομιακό καθεστώς σε όσους διερμηνεύουν τους κανόνες του συγκεκριμένου δόγματος. Τούτο, καταρχήν αναιρεί την θρησκευτική ισότητα και υπονομεύει την ελευθερία των θρησκευτικών μειονοτήτων και των μελών τους και κατά δεύτερον νοθεύει τον πολιτικό ανταγωνισμό[16] και άρα την δημοκρατική αρχή: η δυνατότητα αλλαγής των όρων της κοινωνικής συμβίωσης περιορίζεται άνωθεν, εξουσιαστικά  και ουσιαστικά. Τα παραπάνω, απέφυγε ατυχώς να εξετάσει το Συμβούλιο της Επικρατείας, όταν πρόσφατα βρέθηκε αντιμέτωπο με το αίτημα να αφαιρεθούν όλες οι θρησκευτικές εικόνες και σύμβολα από τους τοίχους των δικαστικών αιθουσών και το απέρριψε για τυπικούς λόγους, χωρίς δηλαδή να εξετάσει τα ζητήματα συνταγματικότητας που γεννά η ανάρτηση των συμβόλων στον χώρο άσκησης της τρίτης κρατικής λειτουργίας[17].

Λιγότερο κατανοητή είναι η αντίδραση της εκκλησίας, τουλάχιστον της εκκλησίας όπως την κατανοούν οι ορθόδοξοι χριστιανοί, στο αίτημα αποσύνδεσης της θρησκείας από την άσκηση της κρατικής εξουσίας: Αν η εκκλησία είναι η κοινότητα όσων συνδέονται μεταξύ τους με την πίστη προς τον Ιησού και τα διδάγματά του, η υπόσταση της συλλογικότητας συναρτάται με την ελεύθερη ένταξη των μελών της σε αυτήν, με την επιλογή τους να αναγνωρίζουν χωρίς κανένα καταναγκασμό τον Χριστό ως ζωογόνο λόγο του βίου και της κοινότητάς τους. Τούτη η ελευθερία επιλογής, όμως, θολώνει μέσα από την σχέση της πολιτειακής εξουσίας με την θρησκεία, καθώς η υποχρεωτική ένταξη του ατόμου σε μια πολιτική κοινότητα εμπλέκεται ως μη όφειλε με την εθελοντική ένταξή του στην θρησκευτική κοινότητα, ενώ παράλληλα το κράτος αποκτά και δυνατότητα παρέμβασης στην οργάνωση και λειτουργία της εκκλησίας.

Επομένως, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι σε ό,τι αφορά την χρήση των θρησκευτικών συμβόλων κατά την άσκηση των κρατικών εξουσιών ανοίγεται ένα πεδίο συμπόρευσης της εκκλησίας με την αριστερά, ένα πεδίο κοινών διεκδικήσεων για την κατοχύρωση του ουδετερόθρησκου χαρακτήρα τους, ώστε να εξασφαλίζονται ταυτόχρονα η θρησκευτική ελευθερία και αυτονομία της εκκλησίας αλλά και η πολιτική αυτονομία.

Λιγότερο σαφή είναι τα πράγματα, όταν το αίτημα σεβασμού της θρησκευτικότητας στον δημόσιο χώρο διατυπώνεται από πρόσωπα που είναι φορείς δημόσιας εξουσίας, χωρίς ωστόσο να ασκούν μια από τις τρεις κρατικές λειτουργίες ή που είναι χρήστες μιας δημόσιας υπηρεσίας με σταθερό τρόπο. Στην περίπτωση αυτή γλαφυρά είναι τα παραδείγματα των δασκάλων και των μαθητριών και φοιτητριών που επιδίωξαν να συμμετέχουν στην εκπαιδευτική διαδικασία φορώντας την μαντίλα, δηλαδή ένα μάλλον ήπιο σύμβολο συμμόρφωσής τους προς τις επιταγές μιας συγκεκριμένης προσέγγισης του μουσουλμανικού δόγματος[18]. Ανάλογο είναι το παράδειγμα που αναδεικνύει η πρόσφατη νομολογία του ΕΔΔΑ (15/1/13), που έκρινε ότι η κ. Eweida υπάλληλος της British Airways, στην οποία απαγορεύτηκε να φορά τον σταυρό της με εμφανή τρόπο πάνω στην στολή της εταιρίας, υπέστη αθέμιτο περιορισμό στην θρησκευτική της ελευθερίας.

Και στην περίπτωση αυτή επιβάλλονται διακρίσεις: όταν κάποιο πρόσωπο επιδιώκει να ενταχθεί στο προσωπικό του δημόσιου τομέα, όταν με διαφορετική διατύπωση αναλαμβάνει να εκπροσωπεί το κράτος και να ασκεί έστω ένα μικρό μέρος από την εξουσία του, τότε παράλληλα αναλαμβάνει την υποχρέωση να εξασφαλίζει τον σεβασμό της θρησκευτικής ελευθερίας όλων των μελών του κοινωνικού συνόλου που έρχονται σε επαφή μαζί του με την ιδιότητά του ως δημόσιου λειτουργού[19]. Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα αν για να εκπληρώσει την παραπάνω υποχρέωσή του οφείλει να εγκαταλείπει την θρησκεία στο σπίτι του, να μην εκδηλώνει με κανένα τρόπο την ένταξή του σε οποιαδήποτε θρησκευτική κοινότητα, ώστε ούτε να δημιουργεί αισθήματα καταπίεσης σε αυτούς με τους οποίους συναλλάσσεται ούτε πολύ περισσότερο να τους υποβάλλει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις[20]. Η απάντηση είναι δυσχερής, καθώς άλλοτε η χρήση του θρησκευτικού συμβόλου  καθεαυτή δεν επαρκεί για την προσβολή της θρησκευτικής ελευθερίας των τρίτων άλλοτε, παρά το ισχυρό μήνυμα που εκπέμπει το σύμβολο, η προσωπική στάση και οι ικανότητες του υπαλλήλου μπορεί να περιορίζουν τις τυχόν αρνητικές συνέπειες για την ελευθερία της συνείδησης όσων συναλλάσσονται με αυτόν. Μια δασκάλα, για παράδειγμα, μπορεί να εμφυσήσει στους μαθητές της τον σεβασμό για τον «άλλο», να τους καλλιεργήσει την ιδέα, ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι ανεξάρτητα από το χρώμα, την φυλή ή το θρήσκευμα τους, ακόμη και αν φορά σταυρό ή μαντήλα.

Ωστόσο, είναι αμφίβολο αν η δημοκρατική πολιτεία μπορεί να εγκαταλείψει την ισότιμη απόλαυση της θρησκευτικής ελευθερίας στην καλή θέληση ή τις προσωπικές ιδιότητες των υπαλλήλων της. Αν η ουδετερότητα της δημόσιας σφαίρας δεν παρέχει επαρκείς εγγυήσεις για την προσωπική αυτονομία, η επιστροφή της θρησκείας σε αυτήν εγκαλεί την κρατική παρέμβαση, προκειμένου να εξασφαλίζεται ίση προστασία σε όλους τους φορείς των δικαιωμάτων και ελευθεριών. Έτσι, είναι πρώτα από όλα αναγκαία η υιοθέτηση ρυθμίσεων που θα  διασφαλίζουν, ότι πράγματι ο δημόσιος υπάλληλος δεν θα διακρίνει τα μέλη του κοινωνικού συνόλου ανάλογα με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις ούτε θα διαθέτει την ευχέρεια να επηρεάσει τις τελευταίες.  Ο γενικός και αφηρημένος χαρακτήρας του νόμου μπορεί να μην αρκεί για να διαφυλάξει ταυτόχρονα τον σεβασμό της θρησκευτικής ελευθερίας του υπαλλήλου και των δικαιωμάτων των χρηστών της υπηρεσίας του. Όμως οι όροι, τα όρια και οι περιορισμοί που τυχόν είναι αναγκαίοι σε καθεμιά κατηγορία περιπτώσεων, αποτελούν επιλογή του δημοκρατικά νομιμοποιημένου νομοθέτη, που αυτός έχει την δυνατότητα, μέσα από τον δημοκρατικό ανταγωνισμό και ενόψει των γενικεύσιμων συμφερόντων του κοινωνικού συνόλου, να θεσπίσει μέτρα κατάλληλα για την ομαλή λειτουργία του συστήματος των δικαιωμάτων και ελευθεριών στο σύνολό του.

Εξάλλου, περιορισμοί στους χρήστες της δημόσιας υπηρεσίας δεν μπορεί να επιβληθούν παρά μόνον με τις διαδικαστικές και ουσιαστικές εγγυήσεις της ύπαρξης ενός θεμιτού σκοπού και της αρχής της αναλογικότητας που περιβάλλουν την απόλαυση καθεμιάς ελευθερίας στις εθνικές και στην ευρωπαϊκή έννομες τάξεις. Τέλος, η συνταγματική δημοκρατία δεν πρέπει να ξεχνά, ότι συχνά η ένταξη σε μια θρησκευτική κοινότητα δεν είναι οικειοθελής, αλλά προϊόν πιέσεων ηθικών ή υλικών, και ότι η συμμόρφωση στους οικείους θρησκευτικούς κανόνες περιορίζει δραστικά την αυτονομία των μελών της. Για τους διαφωνούντες πιστούς δεν υπάρχει άλλο αποκούμπι από τον πολιτειακό νόμο, που  πρέπει να παρέχει προστασία και απέναντι στην ηγεσία της κοινότητας.

Η σχετική νομολογία τόσο των εθνικών δικαστηρίων όσο και του ΕΔΔΑ προσφέρει χρήσιμα κριτήρια για τις αναγκαίες σταθμίσεις, κυρίως όμως μαρτυρά το ακόλουθο: όταν η χρήση των συμβόλων στον δημόσιο χώρο δεν γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να προσδίδεται η αυθεντία της κοσμικής εξουσίας σε συγκεκριμένο θρήσκευμα, τότε ο θεμιτός ή αθέμιτος χαρακτήρας της συναρτάται με την αναγκαία εξισορρόπηση και τον πληρέστερο σεβασμό των δικαιωμάτων όλων όσων συμμετέχουν στο ειδικότερο πεδίο.

Με άλλα λόγια, υπενθυμίζει, ότι η προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας ως προστασία δημόσιας ατομικής και συλλογικής έκφρασης δεν μπορεί παρά να πραγματοποιείται με όρους ισότητας των μελών του κοινωνικού συνόλου, μέσα από ρυθμίσεις και δημόσιες πολιτικές που τείνουν στην ισότιμη απόλαυση όλων των δικαιωμάτων από τους φορείς τους. Με την έννοια αυτή, το σχετικό αίτημα εντάσσεται στους στόχους των αγώνων χειραφέτησης που αναπτύσσει η αριστερά, ενώ επίσης αναδεικνύεται σε όρο οικοδόμησης της πλουραλιστικής, δημοκρατικής πολιτείας στην οποία αυτή προσβλέπει.

[1] Θερμές ευχαριστίες οφείλονται στην υπ. διδάκτορα κ. Ελ. Καλαμπάκου, οι σκέψεις της οποίας, δημοσιευμένες ή αδημοσίευτες, αποτέλεσαν έναυσμα για το παρόν.

[2] Έτσι ονομάζει ο M. Walzer, La révolution des saints, Paris, Belin, 1987 την προτεστάντικη ερμηνεία της χριστιανικής διδασκαλίας που υιοθετούσε μια άλλη, διαφορετική από την κρατούσα εκδοχή των σχέσεων εξουσίας και θεϊκής βούλησης,

[3] Ανάλογη ήταν η σχέση του Βυζαντινού αυτοκράτορα με την Ορθοδοξία και τον Πατριάρχη.

[4] Το αίτημα για χωρισμό κράτους και εκκλησίας ως εγγύηση της ελευθερίας των προσώπων, αλλά και ουσιαστική παράμετρο για την θρησκευτική ειρήνευση των κοινωνιών διατυπώθηκε, όπως είναι γνωστό, από τους περισσότερους θεωρητικούς του κοινωνικού συμβολαίου. Η επίδραση τους στο κίνημα του συνταγματισμού, συνακόλουθα και στις συνταγματικές ρυθμίσεις σχετικά με την θρησκευτική ελευθερία και τις σχέσεις κράτους και εκκλησίας σε όλα τα κράτη της Ευρώπης υπήρξε τόσο σημαντική, ώστε οποιαδήποτε προσπάθεια αναγωγής σε αυτήν θα ήταν προσχηματική. Από την ελληνική βιβλιογραφία ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά για αυτό το ζήτημα αποτελεί η μελέτη του Α. Στυλιανού,  Θεωρίες του Κοινωνικού Συμβολαίου, Από τον Grotius στο Rousseau, Πόλις, 2006.

[5] Για τα 3 πρότυπα συνταγματικής ρύθμισης των σχέσεων κράτους και θρησκείας (κράτος με επίσημη θρησκεία, κράτος με καθεστώς σχετικού χωρισμού κράτους από την εκκλησία και αυτό με ,  βλ. Π. Φουντεδάκη, «Θρησκεία και Κράτος στην Ευρώπη: Εκκοσμίκευση και λειτουργική διαφοροποίηση», σε Θ. Λίποβατς- Ν.Δεμερτζή- Β.Γεωργιάδου  (επιμ.) Θρησκείες και πολιτική στη νεωτερικότητα, Αθήνα, Κριτική, 2002, σ. 183 επ.

[6] Αντώνης Μανιτάκης, Οι Σχέσεις της Εκκλησίας με το Κράτος – Έθνος, στη σκιά των ταυτοτήτων,  Αθήνα, Νεφέλη, 2000, σ. 108.

[7] Εντελώς ενδεικτικά βλ. άρθρο 19 του Ιταλικού Συντάγματος, άρθρο 4 του Γερμανικού Συντάγματος και 16 του Ισπανικού Συντάγματος.

[8] Ενδεικτικά, η απαγόρευση άμβλωσης και διαζυγίου στην Ιρλανδία και την Ιταλία υπήρξαν βασικά στοιχεία της πολιτικής πρότασης των χριστιανοδημοκρατικών κομμάτων.

[9] Με την παραπάνω έκφραση δεν υποτιμάται η ιδιαίτερη σχέση μεταξύ της εκκλησίας της Ελλάδος και του κράτους στην χώρα μας, μια σχέση που έχει επιτρέψει στην πρώτη να συμπροσδιορίζει την γενική πολιτική της χώρας σε  κρίσιμους τομείς της, που –κατά περιόδους- κατέστησε μια κάποια εκδοχή του ορθόδοξου δόγματος πυλώνα της ιδεολογίας των κυβερνώντων και που νομιμοποίησε την αποστέρηση σημαντικών δικαιωμάτων από τα μέλη των λοιπών θρησκευτικών κοινοτήτων. Ωστόσο, στην Ελλάδα, η εκκλησία δεν διεκδίκησε να εκφράσει άμεσα τις θέσεις της στο πολιτικό γίγνεσθαι, η δε απήχηση των απόψεων της οφείλεται στην προθυμία των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων να τις λαμβάνουν υπόψη και να συμμορφώνονται με αυτές τόσο για εκλογικούς, όσο και για ιδεολογικούς λόγους, βλ. ενδεικτικά, AdamadiaPolis, «Ελλάδα: Ένα προβληματικό κοσμικό κράτος», σε Δ. Χριστόπουλου (επιμ.) Νομικά ζητήματα θρησκευτικής ετερότητας στην Ελλάδα Αθήνα, Κριτική 1999, σ. 169 επ, Σ. Ορφανουδάκη, «Ο χωρισμός κράτους –εκκλησίας. Αναγκαιότητα ή Παλιλλογία;», ΕΝΟΒΕ, Σχέσεις κράτους-εκκλησίας ενόψει της αναθεώρησης του Συντάγματος, Σάκκουλας, 2008, σ. 7 επ.

[10] Για παράδειγμα, η αδυναμία θέσπισης του πολιτικού γάμου ως υποχρεωτικού και η αδυναμία υιοθέτησης του συμφώνου συμβίωσης και για τα πρόσωπα του ίδιου φύλου οφείλονται στις αντιδράσεις της εκκλησίας.

[11] Το ζήτημα της αναγραφής του θρησκεύματος στο δελτίο ταυτότητας ταλαιπώρησε την δημόσια ζωή, καθώς με αυτήν την αφορμή, η εκκλησία της Ελλάδος διεκδίκησε την άμεση συμμετοχή της στην άσκηση της εξουσίας, υποκαθιστώντας μάλιστα συνταγματικούς θεσμούς, καθώς προσπάθησε να προκαλέσει αυτή δημοψήφισμα με την συλλογή υπογραφών, βλ. μεταξύ πολλών το αφιέρωμα για το «Ζήτημα των Ταυτοτήτων», του περιοδικού Το Σύνταγμα, 2000/5

[12] Απόφαση  17/07/1973 (BVerfGE 35, 366).

[13] Απόφαση της 18/1/1995 (ATF 121 I 42)

[14] McCreary County, Kentucky et al. v. American Civil Liberties Union of Kentucky et. al.  545 U.S (844) 2005.

[15] Βλ. Ε. Καλαμπάκου, Σχόλιο στην απόφαση 18/3/2011, CEDH, GRANDE CHAMBRE, LAUTSI ET AUTRES c. ITALIE, (Requête no 30814/06),

[16] Πρβλ. ΕΔΔΑ απόφαση της 18/2/1999 Buscarini κ.α. κατά Αγ. Μαρίνου

[17] ΣτΕ 2980/2013

[18] Το ζήτημα της μαντίλας έχει απασχολήσει πολλές συγγενικές έννομες τάξεις, όπως την γαλλική και την γερμανική, προσέλαβε δε ευρωπαϊκή διάσταση μέσα από τις Προσφυγές που άσκησαν οι ενδιαφερόμενες ενώπιον του ΕΔΔΑ. Η εξέτασή του, όπως προκύπτει και από την πλούσια νομολογία του Στρασβούργου, συνδέεται στενά με το σύστημα σχέσεων κράτους και εκκλησίας σε καθεμιά χώρα, για τον λόγο δε αυτό απαιτεί εκτεταμένη διαπραγμάτευση που εκφεύγει από τα όρια της σύντομης αυτής μελέτης, βλ. απολύτως ενδεικτικά, X. Δεληγιάννη – Δημητράκου, «Η περιβολή της ισλαμικής μαντίλας στο δημόσιο σχολείο: μια δικαιοσυγκριτική προσέγγιση», Θεωρία και πράξη διοικητικού δικαίου,  2009/7, σ. 798 επ.,Ε.Καλαμπάκου, «Θρησκευτική ουδετερότητα και δημόσια εκπαίδευση. ΕΔΔΑ,Υπόθεση Lautsi v. Ιταλίας», ΔτΑ 48 (Οκτ.-Δεκ. 2010)

[19] Πρβλ. Γ. Σωτηρέλη, Θρησκεία και εκπαίδευση κατά το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση, Αθήνα, Αντ. Σάκκουλας, 1993, Π.Μαντζούφα, «Θρησκεία και εκπαίδευση. Το ιστορικό και συνταγματικό πλαίσιο της θρησκευτικής εκπαίδευσης» www.constitutionalism.gr

[20]Έτσι στην υπόθεση Dahlab κατά Ελβετίας, το ΕΔΔΑ συνήγαγε ότι η μαντήλα αναπτύσσει προσηλυτιστικά αποτελέσματα στους μαθητές, παρ΄ ότι δεν είχε διατυπωθεί κανένα παράπονο για πρακτικές κατήχησης εκ μέρους της δασκάλας…

Κατηγορίες: Μελέτες. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

Τα σχόλια έχουν κλείσει.