«Επιστήμη και Δημοκρατία», Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΔτΑ), τευχ.79/2019

Επιστήμη και Δημοκρατία: Μια απολογία του νομικού ρεαλισμού του M. Troper.[1]

Πριν από 41 χρόνια, στον απόηχο του Μάη του 68,  οι M. Troper, P. Birnbaum και F. Hamon εξέδωσαν την μελέτη «Réinventer le Parlement»[2]. Με το έργο αυτό, οι συγγραφείς μοιάζει να απαντούν στο σύνθημα «Είναι επώδυνο να υφίστασαι τους αρχηγούς, είναι βλακώδες να τους εκλέγεις»[3], καθώς επιχειρούν να οριοθετήσουν την εκτελεστική εξουσία, γενικότερα να ενισχύσουν την λειτουργία του αντιπροσωπευτικού συστήματος μέσω της αναβάθμισης του Κοινοβουλίου ως τόπου έκφρασης του κυρίαρχου λαού και προνομιακού πεδίου διαμόρφωσης της γενικής θέλησης.

Η κατανόηση, η περιφρούρηση και η ανάπτυξη της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας είναι ένας συχνά παραγνωρισμένος, πλην καθοριστικός στόχος του έργου του M. Troper, ένας στόχος που υπηρετείται με πάθος και με εξαιρετική συνέπεια, δεδομένου ότι και οι επιστημολογικές παραδοχές του τείνουν, είτε συμφωνεί κανείς με αυτές είτε όχι, να διασφαλίσουν την πολιτική αυτονομία συγκεκριμένου λαού, σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο[4]. Με δυο λόγια, ο νομικός ρεαλισμός του Τροπέρ αναζητά τις εγγυήσεις πραγμάτωσης της λαϊκής κυριαρχίας όχι στο θετικό δίκαιο, αλλά στην επιστήμη του δικαίου: αυτή, εφόσον συγκροτηθεί ως τέτοια, εφόσον αποβάλλει κάθε υποκειμενικό στοιχείο, δηλαδή αποξενωθεί από τις ιδεολογικές, φιλοσοφικές ή αξιακές θεωρήσεις όσων την υπηρετούν και περιοριστεί στην εμπειρική περιγραφή των νομικών φαινομένων, μπορεί να παράξει την γνώση που είναι αναγκαία για την κριτική συμμετοχή στην διαδικασία παραγωγής και ερμηνείας των νόμων, που με την σειρά της αποτελεί συνθήκη του αυτοκαθορισμού καθενός μέλους του κοινωνικού συνόλου.

Α. Η νομική επιστήμη ως θεμέλιο του διαρκώς (ανα)παραγόμενου δικαίου και της σύνδεσής του με την ιστορική συγκυρία.

Πραγματικά, η βασική επιστημολογική παραδοχή του Τροπέρ, ότι το νόημα του κανόνα δεν είναι δεδομένο, αλλά διαμορφώνεται κάθε φορά που ο αυτός εφαρμόζεται, δημιουργεί συνθήκες παραγωγής του δικαίου «από κάτω προς τα πάνω»[5], ταυτόχρονα όμως γεννά την ανάγκη αυστηρής πλαισίωσης της ερμηνευτικής διαδικασίας, ώστε να εξασφαλίζεται το κύρος των κανόνων και η συνοχή της έννομης τάξης. Έτσι, αναπτύσσει το εγχείρημα κατανόησης του δικαίου ως κοινωνικού φαινομένου και ανάδειξής του ως αντικειμένου μιας επιστήμης που με την αυστηρότητά της συμβάλλει εξίσου στην ασφαλή διατύπωση και γνώση των κανόνων, άρα στην θωράκιση του αυτοπροσδιορισμού των κοινωνικών υποκειμένων, και στην διαφύλαξη αξιών που είναι ξένες από αυτή, όμως πολύτιμες για την κοινωνική συμβίωση. Ο Τροπέρ, όπως θα προσπαθήσω να δείξω πιο κάτω, δεν αρνείται τις δημοκρατικές αξίες ούτε υποβαθμίζει την σημασία τους ούτε πολύ περισσότερο χαρακτηρίζεται από ηθικοπολιτικό σχετικισμό ή μηδενισμό: λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός, ότι η αφηρημένη οντότητα λαός στην οποία ανάγεται τελικά η παραγωγή των κανόνων δικαίου δεν αντιστοιχείται με μια ομογενή, με μια συνεκτική πολιτική κοινότητα και ότι η κοινωνική πραγματικότητα, οι εξελίξεις και οι συγκρούσεις δεν αντανακλώνται, τουλάχιστον δεν αντανακλώνται πάντοτε ούτε και με σαφήνεια, στην λειτουργία των θεσμών, εντοπίζει τις κυριότερες αντιφάσεις και επιδιώκει να προσδιορίσει τους όρους διαχείρισής τους.  Μιας διαχείρισης που δεν ευνοεί την αναπαραγωγή της ισχύος των κρατούντων, στους οποίους περιλαμβάνει τους κυβερνώντες και τους δικαστές, αλλά αποβλέπει στον περιορισμό της αυθαιρεσίας τους και εξ αποτελέσματος κατατείνει στην βελτίωση της θέσης των εξουσιαζομένων στην έννομη τάξη και στην κοινωνία.

Είναι βέβαια αλήθεια, ότι προσήλωσή του στην αντίληψη πως δίκαιο είναι ότι ο αυθεντικός, ορθότερα ο «αρμόδιος» ερμηνευτής[6] του δικαίου λέει πως είναι, μοιάζει να ευνοεί την δυνατότητα των εξουσιαζόντων να προσδίδουν νόημα στους κανόνες ανάλογα με την κοσμοθεωρία, τα συμφέροντα και τις στοχεύσεις τους. Ωστόσο, η προσεκτική ανάγνωση του έργου του δεν δικαιολογεί την άποψη, ότι η τροπεριανή θεωρία στηρίζει την νομιμοποίηση των αποφάσεων των ισχυρών ή την νομιναλιστική υπέρβαση των αντιφάσεων που διατρέχουν την συνταγματική οργάνωση της εξουσίας. Ο νομικός ρεαλισμός του αποβλέπει στην αποκάθαρση των κανόνων από τις «εξωτερικές» επιδράσεις, από το περιβάλλον στο οποίο αυτοί γεννώνται και εφαρμόζονται, προκειμένου αφενός να γίνεται σαφής η πρόσληψη και αποτελεσματική η εφαρμογή τους, αφετέρου να διευκολύνεται η ουσιαστική αξιολόγησή τους και η κριτική αντιμετώπιση της κοινωνικοπολιτικής λειτουργίας του δικαίου[7].

Μάλιστα, ο Τροπέρ, αποτιμώντας τον νομικό θετικισμό υπογραμμίζει, ότι το αίτημα της καθαρότητας της νομικής επιστήμης δεν υπολαμβάνει με κανένα τρόπο την αντιμετώπιση του ίδιου του δικαίου ως ουδέτερου, ξένου προς την πολιτική ή τις κοινωνικές αξίες και συγκρούσεις. «Αντιθέτως» υποστηρίζει «εφόσον η επιστήμη του δικαίου έχει ως στόχο να περιγράψει το αντικείμενό της, πρέπει να αποδεχθεί ότι το δίκαιο αποτυπώνει, εκφράζει και διαχέει ιδεολογίες. Αυτό που δεν πρέπει να κάνει είναι να αξιολογεί ιδεολογικά το περιεχόμενο ή την μορφή του δικαίου. Η καθαρότητα εντοπίζεται στην μεταγλώσσα του δικαίου και όχι στον ίδιο τον λόγο- αντικείμενό του»[8].

Ως εκ τούτου, η καθαρότητα της επιστήμης για τον Τροπέρ εξυπηρετεί δυο κρίσιμους στόχους. Κατ’αρχάς, απονομιμοποιεί την φυσικοδικαιϊκή προσέγγιση του δικαίου, η οποία αντιμετωπίζει τους ισχύοντες κανόνες ως απείκασμα των «δίκαιων» κοινωνικών σχέσεων και έχει ως αποτέλεσμα η θέληση των κυβερνώντων, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι δικαστές, να εμφανίζεται ως έκφραση της ίδιας της δικαιοσύνης. Η αποδόμηση της αντίληψης ότι υπάρχουν a priori αρχές, αναλλοίωτες στον χρόνο και αμετάβλητες κατά περιεχόμενο από τις οποίες απορρέουν ή προς τις οποίες πρέπει να συμμορφώνονται οι νόμοι, αποτελεί από μόνη της σημαντική συνεισφορά για την ανασυγκρότηση της δημοκρατικής θεωρίας, ιδίως κατά την περίοδο της κρίσης των αντιπροσωπευτικών θεσμών: αμφισβητώντας τον επιστημονικό χαρακτήρα κάθε διαδικασίας που προσεγγίζει το δίκαιο με τον παραπάνω κανονιστικό τρόπο, δεν φανερώνει απλώς τα μεταφυσικά χαρακτηριστικά της φυσικοδικαιικής θεωρίας. Ανοίγει ταυτόχρονα τον δρόμο για την συγκρότηση μιας επιστήμης, που οι προτάσεις της θα διατυπώνονται με αξιώσεις αλήθειας[9], θα μπορούν με άλλα λογια να ελέγχονται ενόψει των κοινωνικών απαιτήσεων και των κανονιστικών αιτημάτων, όπως αυτά διαμορφώνονται μέσα από τον πολιτικό ανταγωνισμό.

Επιπλέον, ο νομικός ρεαλισμός συμβάλλοντας στην συνεκτική διατύπωση του κανονιστικού λόγου παρέχει στα κοινωνικά υποκείμενα ασφάλεια ως προς την απόλαυση των δικαιωμάτων και την προστασία των έννομων συμφερόντων τους, καθώς και την δυνατότητα να επιδιώξουν τις αναγκαίες αλλαγές του νομικού πλαισίου. Τούτο επειδή η ρεαλιστική θεώρηση του δικαίου, αποξενώνοντας την επιστήμη από τις αξίες δεν υποβαθμίζει την  υποχρέωση του νομικού να αξιολογεί τους θεσμούς και τους κανόνες με βάση τα ιδεολογικοπολιτικά προτάγματα που διαμορφώνονται σε καθεμιά κοινωνία: «Οι θεσμοί και οι πολιτικές αποκτούν νόημα σε κάθε χώρα και ανά πάσα στιγμή, ανάλογα με την συγκυρία. Προέχει λοιπόν να εντοπίσουμε τους λόγους της νομιμοποίησης, δηλαδή τις αξίες στο όνομα των οποίων τίθενται ή διατηρούνται σε ισχύ θεσμοί ή πολιτικές»[10].

Συνακόλουθα, η ανάγνωση της τροπεριανής θεώρησης στις παρούσες συνθήκες αναδεικνύει ένα παράδοξο: σε μια περίοδο που η αμφισβήτηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και του συνταγματισμού τείνει να μετεξελιχθεί σε υπαρξιακή κρίση, η οξεία τροπεριανή κριτική τους, αποδίδοντας έμφαση στις εσωτερικές αντιφάσεις της πρόσληψης και της λειτουργίας τους μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να ανανεώσει την δυναμική τους. Η σκέψη αυτού που αρνήθηκε την διάκριση δημόσιου/ιδιωτικού μπορεί να αξιοποιηθεί για να διαφυλαχθεί το πεδίο της πολιτικής ως επικράτειας, όπου οι ρυθμιστικοί της κοινωνικής συμβίωσης κανόνες παράγονται με την ισότιμη συμμετοχή όλων των μελών του κοινωνικού συνόλου, όπου διαμορφώνονται οι όροι της προσωπικής και συλλογικής αυτονομίας, επομένως ως τόπου ανάπτυξης της πολιτικής ελευθερίας και δημοκρατικής συγκρότησης της πολιτικής κοινότητας.

Β) Ο συνταγματισμός ως όριο της λαϊκής κυριαρχίας και παράμετρος νόθευσης του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Η πιο ρηξικέλευθη κριτική του Τροπέρ στην συνταγματική δημοκρατία αφορά τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων και τις συνέπειες που αυτός αναπτύσσει στην μορφή των αντιπροσωπευτικών πολιτευμάτων. Αρνούμενος την διδασκαλία του Κέλσεν, που αναγνωρίζει τον έλεγχο της συνταγματικότητας ως μια εγγύηση της δημοκρατίας, ο Τροπέρ τον θεωρεί μηχανισμό που αλλοιώνει τα πρωταρχικά χαρακτηριστικά της. Προπάντων υποστηρίζει, ότι στον βαθμό που οι συνταγματικοί κανόνες της μείζονος διατυπώνονται κατά την βούληση των δικαστών, δηλαδή από όργανα που δεν εκλέγονται και δεν εκπροσωπούν τον λαό, αλλά επιλέγονται να ασκούν τις αρμοδιότητές τους ως άριστοι, τα πολιτεύματα παύουν να είναι δημοκρατικά και εξελίσσονται σε μεικτά.  Η επιστημονική του συνέπεια τον ωθεί να διαπιστώσει την αλλοίωση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας και να αμφισβητήσει την δυνατότητα συμπόρευσής της με ένα θεσμό που συναντά ευρύτατη αποδοχή στις δυο όχθες του Ατλαντικού και έχει αναχθεί σε θεμελιώδες στοιχείο του παγκόσμιου νομικού πολιτισμού.

Πραγματικά, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων αντιμετωπίζεται γενικότερα ως μέσο συνάρθωσης της δημοκρατικής αρχής με την αρχή του κράτους δικαίου, δεδομένου ότι η αναγωγή του δικαστή στο Σύνταγμα θέτει όρια στην κυβερνητική πλειοψηφία, περιορίζει την αυθαιρεσία, διαφυλάσσει αποτελεσματικά τα δικαιώματα και τις ελευθερίες. Εντελώς συνοπτικά: καθόσον ο έλεγχος της συνταγματικότητας επιβάλλει η βούληση του λαού να μετουσιώνεται σε νόμο μόνον εφόσον σέβεται τις επιταγές του Συντάγματος, η αξίωση προστασίας των ελευθεριών γίνεται σεβαστή, ενώ ταυτόχρονα δεν θίγεται η πολιτική αυτονομία. Ο έλεγχος της συνταγματικότητας μεταβάλλει, λοιπόν, την δημοκρατία από εκλογική σε συνταγματική[11] και στο πλαίσιο της τελευταίας συμβάλλει σε μια ανακατανομή της κυριαρχίας: Ο νομοθέτης διατηρεί την εξουσία να ρυθμίζει πρωτίστως την κοινωνική συμβίωση, ο δικαστής διαθέτει την αρμοδιότητα να αξιολογεί τους νόμους και να εξασφαλίζει την συμμόρφωσή τους στις θεμελιώδεις αρχές και αξίες.

Εντούτοις, η ευφυής αυτή ισορροπία, ακόμη και όταν δεν διαταράσσεται από την ένταση που συχνά αναπτύσσεται ανάμεσα στον νομοθέτη και τον δικαστή, αναδεικνύει την συμμετοχή του δεύτερου στην δικαιοπαραγωγική διαδικασία και δοκιμάζει την πρόσληψη της δημοκρατίας ως συστήματος αυτοκυβέρνησης του λαού. Έστω και αν κανείς δεν συμμερίζεται την θέση του Giradoux πως ποτέ κανείς ποιητής δεν ερμήνευσε την φύση με την ελευθερία που ο νομικός ερμηνεύει την πραγματικότητα, η διαπλαστική παρέμβαση του δικαστή κατά την εφαρμογή των νόμων είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί. Δύσκολα επίσης αμφισβητείται το γεγονός ότι ο δικαστής –επαίων, λογοκρίνοντας τον νόμο ως αντισυνταγματικό, ματαιώνει ή έστω αναμορφώνει την βούληση του Κοινοβουλίου- εντολοδόχου του εκλογικού σώματος[12].

Στις παρούσες συνθήκες, λοιπόν, η προσήλωση του Τροπέρ στην αντίληψη ότι η λαϊκή κυριαρχία αποτελεί το θεμέλιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και ότι οι περιορισμοί της συνεπάγονται αλλοίωση της μορφής του πολιτεύματος αποκτά θεσμικοπολιτικό ενδιαφέρον: δείχνοντας την πολιτική διάσταση που άμεσα ή έμμεσα[13] διαθέτει ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, φωτίζει τα βήματα για την σταδιακή εισδοχή της τεχνοδημοκρατίας που διαβρώνει τα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα. Ο νομικός ρεαλισμός του είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικός για την κατανόηση τούτης της εξέλιξης και για την κριτική αξιολόγησή της.

Καταρχάς, αποδομεί την αξιόλογη, αν και όχι δημοφιλή στην Ευρώπη, θεμελίωση του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων στην θέση ότι η αμεροληψία ή η τεχνοκρατική επάρκεια των μελών των δικαστηρίων εγυώνται ότι αυτά γνωρίζουν τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας ή/και τις αρχές του φυσικού δικαίου με αποτέλεσμα να νομοθετούν καλύτερα από το Κοινοβούλιο. Όμως, επισημαίνει ο Τροπέρ, στην ευρωπαϊκή νομική παράδοση «το Σύνταγμα είναι δημοκρατικό, ο λαός κυρίαρχος και οι αποφάσεις που έχουν να κάνουν με την σκοπιμότητα ανήκουν στις εκλεγμένες αρχές»[14].

Με δεδομένη την επικράτηση των δημοκρατικών ιδεωδών στην Ευρώπη, επικεντρώνει την κριτική του στις δυσχέρειες θεμελίωσης του ελέγχου της συνταγματικότητας στο εσωτερικό της πολιτικής δημοκρατίας, δυσχέρειες λογικές, δογματικές, πολιτειολογικές.

Ο Τροπέρ διακρίνει δυο κατηγορίες θεμελίωσης του ελέγχου της συνταγματικότητας την ισχυρή και την ασθενή, υπογραμμίζει δε ότι οποιαδήποτε από αυτές γίνει δεκτή, προϋποτίθεται ότι τα δικαστήρια εφαρμόζουν τις θεμελιώδεις αρχές της διάκρισης των εξουσιών, την υπεροχή του Συντάγματος και ιδίως την δημοκρατία.

Η αμφισβήτηση της ισχυρής θεμελίωσης του ελέγχου, που πρωτοσυναντάται στην αιτιολόγησή του από τον δικαστή Μάρσαλ και στηρίζει την εξουσία των δικαστηρίων στην υπεροχή του Συντάγματος έναντι του νόμου, δείχνει μάλλον εύκολη για την ρεαλιστική θεώρηση του δικαίου. Η λογική εξέλεγξη της αντίληψης «η υπεροχή του Συντάγματος δικαιολογεί την εξουσία των δικαστών να αξιολογούν το νομοθετικό έργο, η δικαστική αξιολόγηση των νόμων καταφάσκει την υπεροχή του Συντάγματος» αναδεικνύει τον αυτοαναφορικό χαρακτήρα της και αποκρούονται ως ταυτολογικά τα επιχειρήματα που την εξειδικεύουν. Επιπλέον, υπογραμμίζεται ότι η έλλειψη θετικού κανόνα που να προβλέπει το ανίσχυρο όσων νόμων έχουν υιοθετηθεί κατά παράβαση της αναθεωρητικής διαδικασίας ή σκοπούν να μεταβάλλουν ένα συνταγματικό κανόνα, με άλλα λόγια η έλλειψη κύρωσης σε περίπτωση σύγκρουσης Συντάγματος και νόμων δεν επιτρέπει την αναγνώριση της υπεροχής του καταστατικού χάρτη.

Η ασθενέστερη θεμελίωση του ελέγχου, αυτή που τον αντιμετωπίζει ως αναγκαία εγγύηση της υπεροχής του Συντάγματος αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης προσοχής, καθώς αυτή υποστηρίχθηκε από τον Κέλσεν την σκέψη του οποίου ο Τροπέρ επιδιώκει να ολοκληρώσει και να υπερβεί. Στον Κέλσεν ο Τροπέρ αποδίδει καταρχάς το ψεγάδι ότι προχωρά στην λήψη του ζητουμένου: ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας δικαιολογείται, διότι χωρίς αυτόν δεν είναι νοητή η υπεροχή του Συντάγματος. Πρόκειται για μια μάλλον αυστηρή κριτική· ο Κέλσεν δεν αναγορεύει τον έλεγχο της συνταγματικότητας σε έκφανση της υπεροχής του Συντάγματος, αλλά τον αντιμετωπίζει ως το ασφαλέστερο μέσο για τον σεβασμό των συνταγματικών επιταγών.

Περαιτέρω, με αφορμή την αντιπαράθεσή του στην κελσενιανή αντίληψη, ο Τροπέρ επαναφέρει μια σημαντική θέση του, αυτή που αφορά την διάκριση της ιεραρχίας των πηγών του δικαίου σε στατική και δυναμική και επισημαίνει ότι είναι η τελευταία, παρ’ότι δεν σχετίζεται διόλου με τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας, που εξασφαλίζει την υπεροχή του Συντάγματος. Υπενθυμίζει, λοιπόν, ότι ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας εγκαθιστά μια ιεραρχία αρχών και αξιών: Ιδίως αν δεν γίνει δεκτή η άποψη ότι η ερμηνεία του δικαίου είναι μια βουλητική ενέργεια, οι επιταγές που διαγιγνώσκει, που ανακαλύπτει ο δικαστής μέσα στις συνταγματικές διατάξεις είναι δοσμένες από τον συντακτικό νομοθέτη και η ιεραρχία των πηγών του δικαίου εγγυάται και αναπαράγει μια αμετάβλητη τάξη αξιών. Αντίθετα, η υπεροχή του Συντάγματος που εκπορεύεται από την δυναμική ιεραρχία των πηγών του δικαίου, δηλαδή από το γεγονός ότι το Σύνταγμα καθορίζει τους όρους και την διαδικασία παραγωγής όλων των κρατικών πράξεων, είναι θεσμικοπολιτικά πιο σημαντική.

Οι εξελίξεις δικαιώνουν μάλλον την προσέγγιση του Τροπέρ· οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης στην λειτουργία των κοινοβουλευτικών θεσμών, δείχνουν ότι η επιστροφή στο πολιτικό Σύνταγμα, η επιβεβαίωση της ικανότητας του καταστατικού χάρτη να αποτελεί το θεμέλιο της δημοκρατικής αντιπαράθεσης, αποτελεί την ουσιαστικότερη εγγύηση της πολιτικής αυτονομίας και ότι η κρίση του δικαστή που αναγκαίως αφορά στην προστασία δικαιωμάτων συγκεκριμένων ομάδων ή προσώπων, έπεται. Μάλιστα, η σημασία της συμβολής του ενισχύεται, η εξασθένιση της κανονιστικής δύναμης του πολιτικού Συντάγματος και η σύστοιχη συρρίκνωση του πεδίου της πολιτικής αποτέλεσαν παραμέτρους που ευνόησαν την άνοδο της ακροδεξιάς και την εγκατάστασή της στο κομματικό σύστημα. Αξίζει δε να επισημανθεί, ότι αυτή η θέση του νομικού ρεαλισμού θυμίζει την επίμονη αναγωγή του Α. Μάνεση στις προληπτικές εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος, τις οποίες αναγνώριζε ως το πραγματικό ανάχωμα απέναντι στους κινδύνους που απειλούν την λαϊκή κυριαρχία, η προστασία της οποίας δεν μπορεί να εξασφαλιστεί με τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας[15].

Περαιτέρω, ο Τροπέρ αξιολογεί ως εσωτερική αντίφαση την άποψη του Κέλσεν ότι δεν υπάρχουν άκυρες, αλλά μόνον ακυρώσιμες πράξεις και ότι ο νόμος τεκμαίρεται σύμφωνος με το Σύνταγμα έως ότου αποφανθεί περί της αντισυνταγματικότητάς του το δικαστήριο[16]. Τέλος, επανέρχεται στην βασική του κριτική, αυτή που είχε διατυπώσει αξιολογώντας την ισχυρή θεμελίωση του ελέγχου, ότι δηλαδή δεν υπάρχει δυνατότητα διαπίστωσης της αντισυνταγματικότητας, ούτε καν διατύπωσης  αντικειμενικής κρίσης γι’ αυτήν. Για τον Τροπέρ, η ερμηνεία δεν είναι παρά μια πράξη βούλησης, με αποτέλεσμα ο δικαστής στην πραγματικότητα να εξετάζει τους νόμους σύμφωνα με συνταγματικούς κανόνες που ο ίδιος έχει διαπλάσει. Ο έλεγχος της συνταγματικότητας, λοιπόν, εξασφαλίζει απλώς την υπεροχή των κανόνων που παράγει ο αρμόδιος για την διενέργειά του δικαστικός σχηματισμός, γεγονός που επηρεάζει δραστικά την λειτουργία της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Για τον λόγο αυτό, ο Τροπέρ ολοκληρώνει την μελέτη του με την πεισματική διαπραγμάτευση της επίδρασης του ελέγχου στην πραγμάτωση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, εξυπηρετώντας την επιστημολογική απαίτηση, στην οποία υπακούει όλο το έργο του: η σχέση του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας με την δημοκρατία αποτυπώνεται με επιστημονικές κρίσεις, με προτάσεις που πρέπει να είναι αληθινές. Οπότε, για να εξασφαλίσει την (μη) διαψευσιμότητά τους, προχωρά στην συστηματική εξέλεγξη όλων των επιχειρημάτων που δείχνουν είτε ότι ο έλεγχος ενισχύει την δημοκρατία είτε ότι είναι συμβατός με αυτήν.

Καταρχάς καταρρίπτει την αντίληψη ότι στο Σύνταγμα βρίσκονται τα θεμελιώδη προτάγματα της έννομης τάξης, που ο δικαστής καλείται να προστατεύσει, αποκρούοντας την άποψη ότι το Σύνταγμα πρέπει να περιορίζει την βούληση των περιστασιακών πλειοψηφιών, επειδή είναι προϊόν ευρύτερων συναινέσεων.  Η πλειοψηφία, υποστηρίζει ο Τροπέρ, δεν είναι υποκατάστατο της ομοφωνίας, αλλά η πιο ουσιαστική εγγύηση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας: εξετάζοντας τους όρους ανάπτυξης της πολιτικής  αυτονομίας, διαπιστώνει ότι αν δεν αναγνωριστεί στην πλειοψηφία η νομική εξουσία να νομοθετεί, η βούληση των λίγων θα παραμερίζει, θα αναστέλλει τις επιλογές των πολλών και η δημοκρατική αρχή θα χάσει το νόημα της. Ακόμη, επισημαίνει ότι η θεμελίωση του ελέγχου στην ανάγκη προστασίας της πολιτικής μειοψηφίας, προκειμένου αυτή να μπορεί να μετεξελιχθεί σε πλειοψηφία, με άλλα λόγια για να θωρακίζεται η δημοκρατική εναλλαγή στην εξουσία, είναι αλυσιτελής, δεδομένου ότι η τήρηση των κανόνων που ρυθμίζουν το κοινοβουλευτικό παιχνίδι δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής αμφισβήτησης.

Στην συνέχεια, ασχολείται με τις ενδιαφέρουσες προσπάθειες να δειχθεί η συμβατότητα του ελέγχου με την δημοκρατία. Εξετάζει την θεωρία του ελεγκτή που υποστηρίχθηκε από σπουδαίους γάλλους πολιτειολόγους[17] και σύμφωνα με την οποία τα δικαστήρια δεν ακυρώνουν τον νόμο, αλλά απλώς επιβάλλουν τον σεβασμό της διαδικασίας παραγωγής του. Ο δικαστής-ελεγκτής κρίνει μόνον τον τύπο και όχι το περιεχόμενο του νόμου, εφόσον δε διαπιστώσει ότι η ρυθμιστέα ύλη είναι συνταγματική, επισημαίνει την δυσλειτουργία και υποδεικνύει στον κυρίαρχο να προχωρήσει σε αναθεώρηση του Συντάγματος.

Όμως, η θεωρία του ελεγκτή γεννά τις ίδιες ενστάσεις με αυτές  που ανακύπτουν από την προσέγγιση του ελέγχου ως παραμέτρου ενίσχυσης της δημοκρατίας[18], ενώ επιπλέον συναντά και πρακτικές δυσκολίες: η αναθεώρηση του Συντάγματος συχνά συναρτάται με την μεσολάβηση παραγόντων, που άλλοτε αντιτίθενται σε αυτή, για παράδειγμα η Γαλλική Γερουσία ουδέποτε υπήρξε πρόθυμη να στηρίξει μεταρρυθμίσεις που περιορίζουν την εξουσία της, άλλοτε εισάγουν σημαντικούς  περιορισμούς, όπως η προβλεπόμενη στο ελληνικό Σύνταγμα πενταετής προθεσμία μεταξύ δυο αναθεωρήσεων.

Σταδιακά, λοιπόν, ο Τροπέρ αναδεικνύει την μετάλλαξη που επιφέρει ο έλεγχος της συνταγματικότητας στα χαρακτηριστικά του δημοκρατικού πολιτεύματος. Πρώτα από όλα, επισημαίνει ότι αυτός ενισχύει την τάση σύγχυσης της δημοκρατίας με το κράτος δικαίου, το οποίο συχνά προσλαμβάνει μια υπερθετική διάσταση: αν η προστασία που παρέχουν τα δικαστήρια στα δικαιώματα θεμελιώνεται στην εγγενή τους αξία, τότε η λειτουργία του κράτους υπόκειται στο φυσικό δίκαιο και όχι στην βούληση των πολιτών, ενώ ο λόγος περί υπεροχής του Συντάγματος χάνει την σημασία του. Ακόμη, η σύνδεση του δημοκρατικού χαρακτήρα του πολιτεύματος με την κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, υπονομεύει την διακρίνουσα δύναμη της έννοιας της δημοκρατίας, δεδομένου ότι η εγγύηση των ελευθεριών και δικαιωμάτων αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα και της πεφωτισμένης δεσποτείας. Με τον τρόπο του, ο Τροπέρ καθιστά προφανή την διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ των δυο συγκροτητικών εννοιολογικών στοιχείων της δημοκρατίας, της ισότητας και της ελευθερίας[19] και διαμορφώνει το θεωρητικό υπόβαθρο που επιτρέπει την κατανόηση και αποτίμηση των πολιτικών και νομολογιακών εξελίξεων σε εθνικό και ιδίως ευρωπαϊκό επίπεδο[20].

Τέλος, ο Τροπέρ αποτιμά τις συνέπειες του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας τόσο στην άσκηση της λαϊκής κυριαρχίας, όσο και στην συγκρότηση του ίδιου του λαού ως κυρίαρχου. Ειδικότερα, η προσπάθεια σύνδεσης του ελέγχου με την δημοκρατία, η αντίληψη ότι ο δικαστής αξιολογώντας την συνταγματικότητα του νόμου διαφυλάσσει τα προτάγματα που ο κυρίαρχος λαός ενέγραψε στο Σύνταγμα ως θεμελιώδη, καταλήγει σε «διάσπαση» της κυριαρχίας: όταν αυτή εκδηλώνεται με την υιοθέτηση των κοινών κανόνων δικαίου είναι μια χαμηλόβαθμη θα μπορούσε κανείς να πει κυριαρχία, καθώς μπορεί να εκδηλωθεί μόνον μέσα στο πλαίσιο που καθορίζει ο καταστατικός χάρτης. Είναι μια κυριαρχία υπό επιτήρηση, υπό τον έλεγχο των δικαστών που διερμηνεύουν αυτοί σε τελευταίο βαθμό όσες επιταγές διαμορφώθηκαν με την άσκηση συντακτικής εξουσίας, που αποτελεί την μόνη γνήσια έκφραση της κυριαρχίας.

Τούτο συνεπάγεται και τον «διπλασιασμό» του λαού, που εφόσον αποφασίζει για τα θεμέλια του πολιτεύματος, την στιγμή που θεσπίζει Σύνταγμα είναι κυρίαρχος, ενώ κατά την νομοθέτηση οφείλει να αναζητά την βούληση του αληθινού κυρίαρχου και να συμμορφώνεται στα όρια που αυτός έχει θέσει.  Ωστόσο, η αναζήτηση της βούλησης του κυρίαρχου πραγματοποιείται τόσο από τα αιρετά όργανα του κράτους, όσο και από τους δικαστές, με αποτέλεσμα ο  παρών λαός να χάνει την δυνατότητα να διατυπώνει την δική του θέληση έστω και δια των αντιπροσώπων του: Η εκλογή παύει να είναι μια διαδικασία μέσω της οποίας το εκλογικό σώμα χαράσσει τις κατευθύνσεις για την ρύθμιση της κοινωνικής συμβίωσης και την διαχείριση των σπουδαιότερων πολιτικών διακυβευμάτων. Κατά την ανάδειξη των αντιπροσώπων του, ο παρών λαός οφείλει να λειτουργεί εν είδη εντολοδόχου του «αιώνιου λαού», της υπερβατικής οντότητας που ενέγραψε τις αποφάσεις της στο Σύνταγμα, το οποίο πια έρχεται να παγιώσει την πολιτική ζωή, συνδέοντάς την με αποφάνσεις που μπορεί να χρονολογούνται από δεκαετίες.

Ο λαός που λόγω της παρακμής των κομμάτων, της αποδυνάμωσης των κοινωνικών κινημάτων και γενικότερα των δυσλειτουργιών της πολιτικής δημοκρατίας τείνει να είναι ανεύρετος[21], μέσω του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων βλέπει τις δυνατότητες έκφρασής του να συρρικνώνονται και το ισχνό είδωλο του ως κυρίαρχου να καθίσταται αναλλοίωτο. Ο Μισέλ Τροπέρ, αξιολογώντας την επιρροή του ελέγχου στους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, δεν αγνοεί τις αδυναμίες τους, δεν εθελοτυφλεί ενώπιον της κρίσης που τους διατρέχει ούτε προφανώς υποτιμά την ανάγκη προστασίας της προσωπικής και συλλογικής αυτονομίας. Περιγράφει τις μεταλλαγές που ο δικαστικός έλεγχος επιφέρει στο συνταγματικό δίκαιο, το οποίο -καλείται να- επιβάλλει την προσαρμογή σε κατεστημένα θεσμικοπολιτικά μοντέλα ακόμη και όταν αυτά δείχνουν απαρχαιωμένα ή/και αντίθετα στις επιλογές του λαού όπως αυτές διαμορφώνονται σε συγκεκριμένη ιστορική εμπειρία. Επιτρέπει, με άλλα λόγια να φανεί ότι η δικαστικοποίηση των συνταγματικών ζητημάτων συνεπάγεται τον περιορισμό του δημοκρατικού ανταγωνισμού και επιφέρει την απονομιμοποίηση της πολιτικής, εξέλιξη που ευνοεί σημαντικά την ανάπτυξη των ολοκληρωτικών ιδεών και την ενίσχυση των πολιτικών δυνάμεων που της στηρίζουν.

Με αυτήν του την οπτική, ο Μ.Τροπέρ  κατατάσσεται στην ομάδα των Γάλλων πολιτειολόγων που, στις δύσκολες συνθήκες της αγοραίας παγκοσμιοποίησης, αναζητούν νομικές μεθόδους προστασίας της πολιτικής αυτονομίας, που διερευνούν  τις προϋποθέσεις βελτίωσης της αντιπροσώπευσης και τους όρους σεβασμού της θέλησης του λαού, που αναγνωρίζουν την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας ως θεμέλιο όσων συστημάτων διεκδικούν τον χαρακτηρισμό του δημοκρατικού πολιτεύματος. Σε αυτήν του την αναζήτηση, διαβλέπει το ενδεχόμενο το Σύνταγμα να γίνει εχθρός του λαού και εισφέρει την επιστημονική του εμπειρία για να αποτρέψει μια τέτοια παραμόρφωση.

Ιφιγένεια Καμτσίδου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου Α.Π.Θ. τ. Πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Κ.Δ.Δ.Α)

 

[1] Επεξεργασμένη εκδοχή της παρουσίασης του βιβλίου M. Troper, Σύνταγμα και νομικός ρεαλισμός, Μετάφραση- Εισαγωγή Γ.Καραβοκύρης, Αθήνα, Παπαζήση, 2018 που έγινε στην Θεσσαλονίκη τον Μάιο 2018.

[2] Παρίσι, Flammarion, 1977

[3] «Il est douloureux de subir les chefs, il est encore plus bête de les choisir

[4] Βλ. P. Raynaud, « Positivisme juridique et démocratie », σε L’architecture du droit, Mélanges en l’honneur de M.Troper,  Paris, Economica, 2006, σ. 871 επ. P. Brunet, « Michel Troper et la ‘théorie’ générale de l´État. État général d’une théorie. » Droits PUF 2003, σ. 87 επ., (halshs 00009771) και την εκεί παραπομπή στο δοκίμιο του Uberto Scarpelli γενικότερα για τον νομικό θετικισμό ως έκφανση της ηθικοπολιτικής στάσης αυτών που διαμόρφωσαν και υποστήριξαν τούτο το επιστημολογικό ρεύμα.

[5] Όπως επισημαίνει και ο Γ. Καραβοκύρης στην Εισαγωγή του, σ. 7.

[6] Υπενθυμίζεται ότι ο Τροπέρ δεν αναγνωρίζει ως αυθεντικό ερμηνευτή το όργανο που είχε εκδώσει την κανονιστική πράξη, δηλαδή την Βουλή ή την κανονιστικώς δρώσα διοίκηση, αλλά αυτό που έχει την αρμοδιότητα να την εφαρμόσει: καθώς η εφαρμογή των κανόνων προϋποθέτει την ερμηνεία της διάταξης στην οποία αυτοί στηρίζονται και έγκυρη είναι η ερμηνεία που στηρίζεται στην αρμοδιότητα της αρχής που την εκφέρει, «αυθεντικός ερμηνευτής είναι κάθε αρμόδια για τη συγκεκριμένη ερμηνεία αρχή» ό.π., σ.73.

[7] Για τον λόγο αυτό θεωρώ αυστηρή την  κριτική που ασκεί στο έργο του Τροπέρ ο Κ. Σταμάτης, Η θεμελίωση των νομικών κρίσεων, Θεσσαλονίκη- Αθήνα, εκδ. Σάκκουλα (8η έκδ.), 2009, σ. 39 επ.. Από όσα εκτίθενται παραπάνω φαίνεται ότι οι επιστημολογικές επιλογές του Τροπέρ δεν στηρίζουν την άκριτη άσκηση της νομικής επιστήμης, μάλλον το αντίθετο. Τον οδηγούν, βέβαια, να περιγράψει με απόλυτη ακρίβεια τις ευχέρειες που συχνά αποκτά η δικαστική εξουσία, όταν, ερμηνεύοντας το Σύνταγμα, διαμορφώνει το νόημα των κανόνων του. Τούτο, όμως, είναι εγγενές στοιχείο κάθε επιστημολογικής προσέγγισης που αναγνωρίζει ότι η νομική επιστήμη, αν και έχει ως αντικείμενο κανόνες δικαίου, δεν είναι αμιγώς κανονιστική, αλλά μπορεί και πρέπει να στηρίζεται σε περιγραφικές προτάσεις.

[8] Ό.π., σ. 92-93

[9] Ό.π., σ.104

[10] Ό.π., σ. 108

[11] Βλ. D. Rousseau, « Constitutionnalisme et démocratie », La vie des idées (laviedesidees.fr) Σεπτ.2008, P. Brunet, « La démocratie, entre essence et expérience », στον ίδιο ιστότοπο Οκτ. 2008, Jean-Marie Denquin, «Que veut-on dire par  ‘démocratie’? L’essence, la démocratie et la justice constitutionnelle», Jus Politicum, n° 2 (http://juspoliticum.com/article/Que-veut-on-dire-par-democratie-L-essence-la-democratie-et-la-justice-constitutionnelle-76.html)

[12] Αρκεί η αναφορά στην σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία του νόμου για να φανεί ότι ο δικαστής εφαρμόζοντας την κρίσιμη διάταξη για την επίλυση της διαφοράς διαθέτει σημαντικό εύρος παρέμβασης στο νοηματικό της περιεχόμενο. Επιλέγοντας μεταξύ περισσότερων ερμηνευτικών εκδοχών που αντλεί από το γράμμα της διάταξης, ο δικαστής προσαρμόζει τον κανόνα στις θεμελιώδεις αρχές και διασώζει το κύρος του, βλ. Β. Μπουκουβάλα, Η σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία των νόμων, Θεσσαλονίκη- Αθήνα, εκδ. Σάκκουλα, 2018, σ. 440 επ. Έτσι, η παραπάνω τεχνική που αποτελεί εκδήλωση του αυτοπεριορισμού του δικαστή κατά την άσκηση του ελέγχου της αντισυνταγματικότητας, αποτελεί ισχυρό ενδείκτη του εύρους της εξουσίας που διαθέτουν πια οι δικαστές σε εθνικό, αλλά και υπερεθνικό επίπεδο.

[13] Η νομολογία της κρίσης καθιστά ανάγλυφη την εμπλοκή του ελέγχου της αντισυνταγματικότητας των νόμων στην διαμόρφωση των βασικών κατευθύνσεων σε κρίσιμους τομείς της πολιτικής. Ακόμη και όταν ο δικαστής επέδειξε αυτοσυγκράτηση και επιβεβαίωσε την συνταγματικότητα του νόμου όπως στην περίφημη πια ΣτΕ 668/2012, η σχέση των δικανικών κρίσεων με τις κυβερνητικές επιλογές δεν αμφισβητείται, βλ. ενδεικτικά Γ. Δρόσος, «Η κρίση της οικονομίας και η κρίση του δικαστή», », Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου, 2015/1, σ. 15 επ., Π. Μαντζούφας, Οικονομική κρίση και Σύνταγμα, Θεσσαλονίκη- Αθήνα, εκδ. Σάκκουλα, 2014, σ. 110 επ., Σ. Βλαχόπουλος, «Μεταξύ δικαίου και πολιτικής – Η απόφαση ΟλΣΕ 95/2017 για τις τηλεοπτικές άδειες», Δικαιώματα του Ανθρώπου, 71/2017, σ.103 επ., Α. Καϊδατζής, «Μια πολιτική ανάγνωση της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας στην υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών», στο ίδιο παραπάνω τεύχος, σ. 133 επ. Για τον λόγο αυτό εξάλλου και προκειμένου να περιορίσουν τις πολιτικές συνέπειες των αποφάσεων τους, οι δικαστές ανέπτυξαν «τεχνικές» όπως η μετάθεση του ακυρωτικού αποτελέσματος, που αξίζει να συζητηθούν, βλ. Α. Σακελλαροπούλου, «Βήματα εξέλιξης του ακυρωτικού ελέγχου», Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου, 2017/2, σ. 149 επ.

[14] Ό.π., σ.110.

[15] Α. Μάνεση, Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος, τ.Ι, Θεσσαλονίκη, εκ. Το Νομικόν- Η. Σάκκουλας, 1956, σ. 36 επ. Είναι χαρακτηριστικό, ότι ο Μάνεσης συνδέει τον δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος με την ανάγκη εισαγωγής προληπτικών εγγυήσεων, επειδή αυτές μόνο προλαμβάνουν την παραβίαση του Συντάγματος από τους κυβερνώντες και διαφυλάσσουν αποτελεσματικά τις ευχέρειες που το Σύνταγμα απονέμει στον κυρίαρχο. Αντίθετα, η λειτουργία των κατασταλτικών εγγυήσεων, στις οποίες περιλαμβάνει και τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας «δεν καθίσταται δυνατή ειμή εφόσον οι φορείς των κρατικών οργάνων εναντίον των οποίων αύται στρέφονται, συγκατατίθενται να τας υποστούν» (σ. 38).

[16] Με την έννοια, ότι αν ο νόμος ισχύει και παράγει αποτελέσματα επειδή τεκμαίρεται σύμφωνος με το Σύνταγμα, τότε η μετέπειτα ακύρωσή του από το δικαστήριο δεν επηρεάζει διόλου την ιεραρχική σχέση του νόμου με το Σύνταγμα, το οποίο ούτως ή άλλως υπερέχει.

[17] Αν και η ονοματοδοσία της θεωρίας ανήκει στον L. Favoreu, η επεξεργασία της ξεκίνησε από τον Ch. Eisenmann που συνομίλησε ουσιαστικά με τον Kelsen, υιοθετώντας σημαντικά επιχειρήματά του, βλ. Μ.Τροπέρ, ό.π., σ. 124 επ.

[18] Βλ. αμέσως πιο πάνω.

[19] Στην κατεύθυνση αυτή μάλιστα αναφέρεται και στο έργο της Ρ. Μπράουν, η οποία υποστηρίζει ότι το αμερικανικό Σύνταγμα κατοχυρώνει την ελευθερία και όχι την δημοκρατία, ό.π., σ. 136

[20] Για παράδειγμα, στην νομολογία του Δ.Ε.Ε. της τελευταίας δεκαετίας, που παρά τον εμπλουτισμό του πρωτογενούς ευρωπαϊκού δικαίου με ρυθμίσεις σχετικές με την ισότητα και την αλληλεγγύη, προτάσσει την προστασία των ελευθεριών που στηρίζουν τις οικονομικές δραστηριότητες σε σχέση με τα δικαιώματα που εγγυώνται την κοινωνική αξιοπρέπεια και διασφαλίζουν όρους ισότιμης συμμετοχής στην κοινωνική και πολιτική ζωή, βλ. ενδεικτικά, Éd. Delruelle, « État social, démocratie et construction européenne. Pour une citoyenneté sociale européenne », Revue Française d’Histoire des Idées Politiques, L. Jimena Quesada, «Les droits sociaux dans la jurisprudence de la Cour de Justice de l’Union européenne : l’ouverture au processus de Turin» αναρτημένο σε https://rm.coe.int/168070e2b1.

 

[21] P. Rosanvallon, Le Peuple introuvable. Histoire de la représentation démocratique en France, Παρίσι, Gallimard, 1998.

Σχετικά με Καμτσίδου / Kamtsidou Ιφιγένεια / Iphigenie

Αν. Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου, υπήρξε Πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (2015-19). Μέλος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, μέλος του Εθνικού Συμβουλίου για την κωδικοποίηση και αναμόρφωση της ελληνικής νομοθεσίας και μέλος της Επιτροπής για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων του Συμβουλίου της Ευρώπης (CPT). Πρόεδρος της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής για την κύρωση της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης (ν. 4531/2018), μέλος της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής για το θεσμικό πλαίσιο των Ανεξάρτητων Αρχών (11/2016- 12/2017) και Πρόεδρος της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής για την ουσιαστική ισότητα των φύλων (9/2010-10/2011). Επισκέπτρια καθηγήτρια στο Master II του Πανεπιστημίου Paris Ouest (1/2015) και στο Πανεπιστήμιο της Μεσίνα (4/2005). Ιππότης του Τάγματος του Ακαδημαϊκού Φοίνικα της Γαλλικής Δημοκρατίας.
Δημοσιεύθηκε στην Μελέτες. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Τα σχόλια είναι κλειστά.