Το εκλογικό σύστημα αφορά κυρίως τη χάραξη των περιφερειών (ιδίως αριθμού και μεγέθους τους), τον τρόπο ανάδειξης των βουλευτών (με δεσμευμένους συνδυασμούς ή λίστα) και τον τρόπο κατανομής των εδρών (αναλογικός, πλειοψηφικός ή μεικτός). Οφείλει δε να υπηρετεί κατά το δυνατόν, συμφιλιώνοντάς τους, δύο στόχους, την αντιπροσώπευση των πολιτών και τον σχηματισμό βιώσιμης κυβέρνησης. Περιττό να υπογραμμιστεί ότι όχι μόνον αντανακλά τις πολιτικές επιλογές των εκλογέων, αλλά και τις επηρεάζει, τις σχηματοποιεί, τις οριστικοποιεί. Μετατρέπει την καταρχήν θετική προδιάθεση σε νομικά κρίσιμη πράξη, αφού κατευθύνει συχνά τον εκλογέα σε ορθολογικές επιλογές με άξονα και στόχο την κυβερνησιμότητα και όχι απλώς την έκφραση άποψης. Μπορεί, συνεπώς, να λειτουργήσει καταλυτικά για τη σχηματοποίηση του κυβερνητικού μοντέλου (συγκρουσιακού ή συναινετικού), την ανανέωση του πολιτικού προσωπικού και την αναδιοργάνωση των πολιτικών κομμάτων.

Η σημασία του εκλογικού συστήματος για τη διαμόρφωση του πολιτικού συστήματος και του μοντέλου διακυβέρνησης δικαιολογεί τη συμπερίληψη των βασικότερων αρχών που το διέπουν στο Σύνταγμα, καθώς το τελευταίο θέτει τους οργανωτικούς όρους του πολιτικού «παιγνίου» και της πολιτειακής συνύπαρξης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλα τα χαρακτηριστικά του πρέπει να ενδύονται την αυξημένη νομική ισχύ του τυπικού Συντάγματος, προκειμένου να προφυλάσσονται από ευκαιριακές αποφάσεις. Προς αυτήν την κατεύθυνση, εξάλλου, ευλόγως εισήχθη η ρήτρα της ενεργοποίησης ενός νέου εκλογικού συστήματος από τη μεθεπόμενη εκλογική αναμέτρηση (άρθρο 54 §1 Σ), η οποία σκόπιμο είναι να διατηρηθεί.

Ενα στοιχείο που αξίζει να περιβληθεί ρητά συνταγματικό μανδύα είναι η διασφάλιση της αντιπροσωπευτικότητας ή, αντιστρόφως, η αποτροπή υπερβολικής στρέβλωσης στην αναλογία μεταξύ ψήφων και βουλευτικών εδρών. Με βάση την αρχή αυτή, η ενίσχυση του πρώτου κόμματος επιτρέπεται μόνον εφόσον ευνοεί και δεν δυσχεραίνει τον σχηματισμό κυβέρνησης και πάντως δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο.

Σκοπός είναι να αποφευχθεί το φαινόμενο της υπερβολικής ενίσχυσης του νικητή, εις βάρος τόσο της αντιπροσωπευτικότητας όσο και της κυβερνησιμότητας, φαινόμενο που παρατηρήθηκε κατά τις τρεις τελευταίες εθνικές εκλογές, με το λεγόμενο μπόνους των 50 εδρών να δίδεται στο πρώτο κόμμα ανεξαρτήτως ποσοστού του και δυνατότητάς του να σχηματίσει μονοκομματική κυβέρνηση. Σκόπιμο, λοιπόν, θα ήταν να τεθεί στο Σύνταγμα ο όρος ότι κανένα κόμμα δεν επιτρέπεται να λάβει αριθμό εδρών πολύ μεγαλύτερο από τον αναλογούντα ευθέως βάσει του ποσοστού των ψήφων που έλαβε. Θα μπορούσε ενδεχομένως η επιτρεπόμενη διαφοροποίηση να τεθεί στο ένα τέταρτο των αναλογουσών εδρών.

Τέλος, προτείνεται η κατάργηση της τρίτης παραγράφου του άρθρου 54 Σ σχετικά με την υποχρεωτική πρόβλεψη «βουλευτών Επικρατείας», προκειμένου να δοθεί μεγαλύτερη διακριτική ευχέρεια στον κοινό νομοθέτη κατά την επιλογή εκλογικού συστήματος. Η κατάργηση αυτή θα επέτρεπε και την εισαγωγή συστήματος παρόμοιου με το λεγόμενο «γερμανικό μοντέλο», που συνδυάζει μονοεδρικές και πολυεδρικές περιφέρειες με δεσμευμένους συνδυασμούς. Η δυνατότητα «διαχωρισμού» της ψήφου επιτρέπει προσωποποιημένη επιλογή στη μονοεδρική και κομματική-ιδεολογική στην αντίστοιχη πολυεδρική. Αυτή η «προσωποποιημένη αναλογική» ευνοεί τη στενότερη σύνδεση αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου και τη μείωση των προεκλογικών δαπανών των υποψηφίων και άρα εν μέρει του «μαύρου» πολιτικού χρήματος. Παράλληλα, η «λίστα» στις πολυεδρικές δίνει τη δυνατότητα στα κόμματα και να διασφαλίσουν την εκλογή σημαντικών στελεχών τους και να συμπεριλάβουν εξέχουσες προσωπικότητες εθνικής εμβέλειας.

Το εκλογικό αυτό σύστημα προϋποθέτει, ωστόσο, τη δημοκρατική λειτουργία των κομμάτων και την ανάδειξη των υποψηφίων για τις μονοεδρικές με διαδικασίες εσωκομματικής δημοκρατίας, ειδάλλως θα ενισχυθεί υπέρμετρα ο αρχηγοκεντρικός χαρακτήρας των κομμάτων. Πρόκειται για αναλογικό σύστημα, εφόσον ο συνολικός αριθμός των εδρών που καταλαμβάνει κάθε κόμμα προσδιορίζεται από το συνολικό ποσοστό που αυτό έλαβε σε επίπεδο επικράτειας. Μόνη στρέβλωση είναι η ρήτρα εισόδου, που θα πρέπει να παραμείνει στο 3% για να αποφευχθεί η πολυδιάσπαση. Σε κάθε περίπτωση, προτιμότερο θα ήταν να μην ενσωματωθεί στο Σύνταγμα, αλλά να υιοθετηθεί με τυπικό νόμο, προκειμένου να μην επιβαρυνθεί το συνταγματικό κείμενο και, ενόψει της δυσκίνητης διαδικασίας αναθεώρησης του τελευταίου, να μη δεσμευτεί υπερβολικά ο μελλοντικός νομοθέτης. Ιδίως μάλιστα εφόσον πρόκειται για ένα νέο σύστημα που δεν είναι δυνατόν να προβλέψουμε πώς ακριβώς θα λειτουργήσει στην ελληνική πραγματικότητα.

Καθημερινή της Κυριακής, 05/06/2016

______________________________________________________________