Το άρθρο 19 Σ κατοχυρώνει «το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας…» ως απόλυτα απαραβίαστο, ενώ η δεύτερη παράγραφος απαγορεύει τη χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παραβίαση των δικαιωμάτων της ιδιωτικότητας.

Οι εγγυήσεις αυτές ανήκουν στον πυρήνα του φιλελεύθερου κράτους. Δεν εξαρτώνται από την οικονομική ευρωστία ενός κράτους, όπως συμβαίνει με τα κοινωνικά δικαιώματα. Συνεπώς, η οικονομική κρίση δεν μπορεί να αποτελέσει άλλοθι για την καταπάτησή τους. Αντιθέτως, η παραβίασή τους από το ίδιο το κράτος συνιστά μέγιστο συνταγματικό ολίσθημα και έκφανση μιας αυταρχικής εξουσίας.

Ενόψει των παραπάνω, η διερεύνηση των πραγματικών συνθηκών δημοσιοποίησης της προσωπικής ηλεκτρονικής αλληλογραφίας ανωτάτου δικαστικού πρέπει να διερευνηθεί με κάθε δυνατό τρόπο. Αν η καταγραφή έγινε από κρατική υπηρεσία, το θέμα καταδεικνύει το αυταρχικό πρόσωπο ενός κράτους που δεν  σέβεται όχι μόνον την ιδιωτικότητα, αλλά ούτε τη δικαστική ανεξαρτησία και τη διάκριση των εξουσιών. Δικαιοσύνη και αρμόδιες ανεξάρτητες αρχές πρέπει να επιληφθούν άμεσα και με κάθε νόμιμο μέσο να διαλευκάνουν το ζήτημα. Αν αυτό συνέβη με έναν δικαστή, είναι πολύ πιθανό να συνέβη με περισσότερους δικαστές ή απλούς πολίτες σε ευαίσθητες ή μη θέσεις.

Εξίσου βαρύ είναι βέβαια και το θεσμικό ατόπημα του Υπουργού Δικαιοσύνης να στηριχθεί σε τέτοιο παρανόμως κτηθέν, κατά παράβαση της ιδιωτικότητας, υλικό για να διατάξει πειθαρχική και ποινική δίωξη. Η καταπάτηση εκ μέρους κρατικών οργάνων των ατομικών δικαιωμάτων πλήττει τον πυρήνα του κράτους δικαίου με τον πιο βάναυσο τρόπο.

Όταν μάλιστα στόχο αποτελεί ανώτατος δικαστικός που μετέχει στην ολομελειακή  σύνθεση του Συμβουλίου της Επικρατείας και η αποκάλυψη γίνεται ενόψει της διάσκεψης για την πολιτειακά και πολιτικά ευαίσθητη υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών, τότε δεν διακυβεύεται απλώς και μόνον η προσωπική ζωή του θύματος, αλλά η ίδια η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και εντέλει η Δημοκρατία. Ο προφανής εκβιασμός, εξάλλου, προς έναν ενσυνείδητο και ελευθερόφρονα Δικαστή υψηλού κύρους λειτουργεί προειδοποιητικά και απειλητικά και προς τους υπόλοιπους συναδέλφους του.

Αν η Κυβέρνηση θέλει να αποσείσει τη εύλογη υποψία ότι εμπλέκεται σε αυτή την κατάφωρη παραβίαση του κράτους δικαίου πρέπει όχι μόνον να προστατέψει το θύμα του εκβιασμού (αντί να το διώκει), αλλά και να φροντίσει να πέσει άπλετο φως στην υπόθεση της διαρροής, σε ό,τι αφορά τουλάχιστον τις κρατικές υπηρεσίες. Και να αφήσει βέβαια απερίσπαστη τη Δικαιοσύνη να διώξει τους θύτες, ακόμη και αν πρόκειται για την κατεξοχήν φιλοκυβερνητική εφημερίδα. Ειδάλλως, το στίγμα του ανερχόμενου αυταρχισμού θα απλώνεται και θα αμαυρώνει ολοένα και περισσότερο την εικόνα της.

 

Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, 21-10-2016