Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, 17/02/12

Ο λόγος για τις εκλογές των εσωτερικών μελών των Συμβουλίων Διοίκησης των Πανεπιστημίων, του νέου οργάνου που έρχεται να αντικαταστήσει τις Πρυτανικές Αρχές. Σε τρία ΑΕΙ οι εκλογές αυτές, που ήταν προγραμματισμένες να λάβουν χώρα προχθές, αναβλήθηκαν λόγω πραγματικών ή προαναγγελθεισών καταλήψεων και διαμαρτυριών, από μερίδα καθηγητών, άλλων εργαζομένων και φοιτητών. Αναβλήθηκαν ή παραπέμφθηκαν στις …καλένδες, που μάλλον όχι τυχαία έχουν πολιτογραφηθεί ελληνικές.

Ίσως οι εκλογές αυτές να μην ενδιέφεραν το ευρύ κοινό, αν δεν αποτελούσαν ένα έκφανση της σύγκρουσης των δύο διαφορετικών αντιλήψεων που φαίνεται να διαμορφώνονται στην ελληνική κοινωνία, διαρρηγνύοντας παλιές κομματικές γραμμές.  

Η μία αντίληψη απορρίπτει κατηγορηματικά το νέο νόμο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, πεπεισμένη ότι υπερασπίζεται το δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα της παιδείας και την αυτονομία των Πανεπιστημίων. Όσοι την ενστερνίζονται κινητοποιούν ντόπιες και εισαγόμενες φοιτητικές και καθηγητικές δυνάμεις για να αποτρέψουν τη διεξαγωγή των εκλογών με κάθε τρόπο και κάθε τίμημα, καθώς βλέπουν το Συμβούλιο Διοίκησης ως το δούρειο ίππο για το ξεπούλημα της εκπαίδευσης στο αδηφάγο κεφάλαιο.

Οι της αντίπερα όχθης, αν και όχι τόσο απόλυτα υπέρ του νόμου, όσο οι πρώτοι εναντίον του, υπερασπίζονται τη μεταρρύθμιση και τον εκσυγχρονισμό των ΑΕΙ και την τήρηση του νόμου. Μιλούν για εξωστρέφεια του Πανεπιστημίου και σύνδεσή του με την κοινωνία και την αγορά. Κάποιοι είναι έτοιμοι να ζητήσουν αρωγή από την αστυνομία και την εισαγγελία για να περιφρουρήσουν τις εκλογές.

Μπορούν να συναντηθούν κάπου τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα; Μπορούν να βρουν ένα κοινό τόπο να σταθούν; Ο μόνος κοινός τόπος, βάσει του Λόγου που χρησιμοποιούν, είναι ότι μιλούν εξ ονόματος των πολλών, ότι αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία. Η πλειοψηφία για να καταγραφεί προϋποθέτει εκλογές. Όχι βουλευτικές, αφού όσοι είναι αντίθετοι στο νόμο αμφισβητούν την αξία της συντριπτικής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας που τον ψήφισε, αλλά την πλειοψηφία των πανεπιστημιακών. Η τελευταία απομένει, λοιπόν, ο μόνος κοινός τόπος να αναμετρηθούν οι δύο αντιλήψεις.

Και οι δύο πλευρές συμφωνούν, επίσης, ότι κρίσιμο μέγεθος δεν μπορεί να είναι η αποχή. Οι μεν επειδή θεωρούν πως οι πανεπιστημιακοί θα ψηφίσουν αναγκαστικά υφιστάμενοι την τρομοκρατία της «νέας τάξης» και φοβούμενοι τυχόν αντίποινα της αποχής τους, οι δε επειδή λένε πως αποχή μπορεί να προκληθεί από το φόβο των εκλογέων να υποστούν ψυχολογική ή/και σωματική βία από τους διαμαρτυρόμενους. Άρα μένει η καταμέτρηση στη συμμετοχή. Ας συμφωνήσουν, λοιπόν, οι δύο πλευρές, κάνοντας αμοιβαία υποχώρηση από τις ουσιαστικές τους θέσεις υπέρ ή κατά των Συμβουλίων Διοίκησης, ότι οι εκλογές θα διεξαχθούν ομαλά, ακόμη και ηλεκτρονικά, με προσπάθειες για διευρυμένη συμμετοχή, ότι αν τα άκυρα ψηφοδέλτια είναι περισσότερα από τα έγκυρα κανείς δεν θα αποδεχτεί την εκλογή του και ότι και οι δυο πλευρές θα αποδεχτούν το αποτέλεσμα.

Έτσι και οι δυο συγκρουόμενες αντιλήψεις έχουν τη δυνατότητα να αποδείξουν με απτά στοιχεία ότι η πλειοψηφία είναι με το μέρος τους και να αναγκάσουν την άλλη πλευρά να αποδεχτεί το αποτέλεσμα. Αν η αναμέτρηση στον κοινό αυτό τόπο δεν γίνει δεκτή από κάποια πλευρά, τότε αυτή υποσκάπτει τη συνέπεια των λεγομένων της και άρα στερείται της αξιοπιστίας της, δηλαδή αυτοϋπονομεύεται. 

Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, 17/02/12

Enhanced by Zemanta