Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, 29/10/2010

Οι υπέρμαχοί τους ισχυρίζονται πως οι παρελάσεις στις εθνικές γιορτές, με τη γαλανόλευκη να κυματίζει, είναι χρήσιμες, επειδή τονώνουν την εθνική συνείδηση και συμβολίζουν τη συνέχεια και ενότητα του ελληνικού έθνους. Εμφυσούν υπερηφάνεια και προκαλούν συγκίνηση. Παρουσιάζουν στους πολίτες την πειθαρχία του στρατού, όπως αυτή αποτυπώνεται στη στοίχιση και το ρυθμικό βηματισμό. Η ένταξη στο σύνολο, η σύνδεση του ατόμου με την κοινωνία, το αίσθημα του ανήκειν σε μία κοινότητα, η αντίκρουση του ατομικισμού και η συλλογική συνείδηση καθρεφτίζονται στη συμμετρία του σχηματισμού και το συντονισμό της κίνησης.

Οι επικριτές τους υπενθυμίζουν ότι οι παρελάσεις επιβλήθηκαν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, κατά το χιτλερικό πρότυπο. Ισχυρίζονται ότι ενισχύουν όχι την εθνική συνείδηση, αλλά τον εθνικισμό. Ότι η στοίχιση ανάλογα με το ύψος υπονοεί μια ιεραρχία, και μάλιστα βάσει ενός κριτηρίου φυσικής επιλογής, άσχετο με την αξία. Ότι η προκαθορισμένη και ενιαία ενδυμασία υποβάλλει και επιβάλλει την έννοια της ομοιομορφίας, της ενσωμάτωσης χωρίς προσωπικό στίγμα, χωρίς αυτόνομη προσωπική επιλογή.

Η σημασία της συζήτησης σχετικά με τις παρελάσεις έγκειται περισσότερο στο συμβολισμό τους, στο σημαινόμενο και όχι στο σημαίνον. Για τους υπέρμαχους της παρέλασης, η επέτειος του «όχι» συμβολίζει την επιμονή σε κλειστούς εθνικούς σχηματισμούς. «Όχι» είπαν οι Έλληνες στους Γερμανούς. Το ένα έθνος σε ένα άλλο που ήρθε να κατακτήσει με τη βία μια κυρίαρχη χώρα, μια «πατρίδα». Η ομοιομορφία όσων παρελαύνουν αντανακλά έναν κοινοτισμό, στο πλαίσιο του οποίου το άτομο «ανήκει», συμβολικά και πραγματικά, σε ένα ευρύτερο σύνολο, για το οποίο και αξίζει να θυσιάσει τη ζωή του και πολύ περισσότερο την ιδιαιτερότητά του. Αντανακλά επίσης την εθνική ομοιογένεια και την κοινωνική συνοχή.

Από την μια, η συμμετοχή στην παρέλαση είναι υποχρεωτική. Από την άλλη, αλλοδαποί μαθητές εξαιρούνται συχνά από τη θέση του σημαιοφόρου, άτομα με ειδικές ανάγκες δεν παρελαύνουν, οι θέσεις δεν φτάνουν για τους κοντούς, ίσως και για όσους έχουν περίεργο βηματισμό. Αποκλεισμοί κατά αντανάκλαση του ιδεοτυπικού ή και πραγματικού τους αποκλεισμού των διαφορετικών, των Άλλων, από την ίδια την κοινότητα. Το «εμείς» διαμορφώνεται με όρους ιεραρχίας, καταγωγής ή φυσικής επιλογής.

Η αντίληψη αυτή δεν απομακρύνεται και πολύ από το φασιστικό ιδεώδες, αντιλέγουν οι επικριτές της παρέλασης και επιμένουν ότι αν είναι να γιορτάσει κανείς την 28η του Οκτώβρη πρέπει να την δει ως «σημείο» αντίστασης ακριβώς προς το ιδεώδες αυτό. Το –λιγότερο ή περισσότερο κατασκευασμένο- «όχι» δεν το είπαν οι Έλληνες στους Γερμανούς, αλλά ο ελεύθερος και φιλελεύθερος κόσμος στο φασισμό και το ναζισμό. Στη βία, στον αποκλεισμό και εξόντωση του Άλλου (Εβραίου, κομμουνιστή, ατόμου με ειδικές ανάγκες, ομοφυλόφιλου), στο μονοκομματισμό, στην κατάλυση των δημοκρατικών και αντιπροσωπευτικών θεσμών. Αυτή η αντίσταση στον ολοκληρωτισμό δεν μπορεί να πανηγυρίζεται, να τιμάται με ένα φασιστικό κατάλοιπο, την παρέλαση, η οποία με την ιεραρχική και αναπόδραστη διαρρύθμισή της αποτελεί μια οπτική και αισθητική απεικόνιση της ομοιόμορφης, υποχρεωτικής και άκριτης ένταξης στην κοινότητα αφενός και του αποκλεισμού των διαφορετικών, όσων δεν εντάσσονται στο κυρίαρχο μοντέλο αφετέρου.

Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, 29/10/2010