ΕΘΝΟΣ, 05.04.2012 – Η λέξη «μνημόνιο» χρησιμοποιείται συχνά για να σηματοδοτήσει το συνολικό πακέτο των μέτρων που λήφθηκαν από τις ελληνικές κυβερνήσεις τα τελευταία δυο χρόνια, προκειμένου να αποφευχθεί η πτώχευση και να επιτευχθεί η δημοσιονομική εξυγίανση της ελληνικής οικονομίας. Στην πραγματικότητα το «Μνημόνιο Συνεννόησης» (Μνημόνιο Ι) απαρτίζεται από τρία επί μέρους κείμενα: το «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής», το «Μνημόνιο στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής» και το «Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης». Το πρώτο από τα τρία αυτά κείμενα προσαρτήθηκε στο ν. 3845/2010, με τον οποίο μεταξύ άλλων νομοθετήθηκαν οι κάθε είδους μειώσεις μισθών και συντάξεων, και λειτούργησε εν είδει αιτιολογικής του έκθεσης.

Πέραν των εμπειρικών, πολιτικών και οικονομικών επιχειρημάτων, το Μνημόνιο αυτό επέσυρε και την κατηγορία της αντισυνταγματικότητας, η οποία κρίθηκε προσφάτως από το αρμόδιο δικαστήριο, το Συμβούλιο της Επικρατείας. Δικονομικά, αντικείμενο της δικαστικής προσφυγής αποτέλεσαν τρεις υπουργικές αποφάσεις (και συναφείς ατομικές διοικητικές πράξεις) που εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογή του Ν. 3845/2010, εκ των οποίων για μια μόνο απόφαση έκρινε το δικαστήριο ότι η αίτηση ακύρωσης ασκήθηκε παραδεκτώς, δηλαδή υπήρχε έννομο συμφέρον των αιτούντων νομικών προσώπων (μεταξύ των οποίων και ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών) για την ακύρωσή της. Από αυτή και μόνο τη «λεπτομέρεια» φαίνεται βεβαίως και η βιασύνη των αιτούντων να εκνομικεύσουν μια σεβαστή πολιτική διαφωνία προκειμένου να δικαιολογήσουν κινήσεις πολιτικής ανυπακοής στο όνομα του Συντάγματος. Το Δικαστήριο εντέλει με την 668/2012 απόφαση της Ολομέλειάς του απέρριψε την αίτηση ακύρωσης της υπουργικής απόφασης με την οποία υλοποιήθηκαν ιδίως οι μειώσεις μισθών και συντάξεων, καθώς έκρινε ότι δεν συντρέχει περίπτωση αντίθεσης προς υπερκείμενο κανόνα δικαίου, και συγκεκριμένα το Σύνταγμα και της Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Δια της απόφασης αυτής του Συμβουλίου της Επικρατείας αποδείχτηκε για μια ακόμη φορά η εμπειρική αλλά και λογική παραδοχή ότι ευθέως ανάλογη με την υπερβολική, άσκοπη και ενίοτε άκοπη χρήση της συνταγματολογικής επιχειρηματολογίας είναι η αναποτελεσματικότητά της, σε εκείνες τις περιπτώσεις που αφορά σε άσκηση υψηλής πολιτικής, ιδίως δε σε καιρούς κρίσης (οικονομικής, κοινωνικής, δημοσιονομικής, εθνικής).

Η εκνομίκευση των πολιτικών επιχειρημάτων επιχειρείται για να «απαλλάξει» κατά μία έννοια τους διαφωνούντες από την ευθύνη να προτείνουν μια άλλη πολιτική, η οποία θα προάγει με μεγαλύτερη συνέπεια θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές, όπως αυτές της ισότητας και της δημοκρατίας, αλλά και συνταγματικά θεμιτές επιδιώξεις όπως η οικονομική ευημερία. Και κυρίως από το άχθος του να πείσουν τους ψηφοφόρους για την βιωσιμότητα και υπεροχή της άλλης αυτής πολιτικής έναντι της ακολουθούμενης. Στο πλαίσιο της πολιτικής αυτής τακτικής, πολιτικά επιχειρήματα ενδύθηκαν το μανδύα της συνταγματικής επιχειρηματολογίας σε μια ολιστική αντίληψη περί συντάγματος σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει τίποτε που να μην είναι είτε σύμφωνο είτε αντίθετο με το Σύνταγμα. Ο πληθωρισμός, ωστόσο, της επίκλησης του Συντάγματος αποτελεί φαινόμενο μιας πολιτικής κοινωνίας και μιας κοινωνίας πολιτών που υπολειτουργούν και είναι άστοχο να αναμένει κανείς από τη δικαιοσύνη να αναλάβει το χρέος που ανήκει στην πολιτική. Η τελευταία δεν μπορεί να απαλλαγεί από αυτό, και όσοι την υπηρετούν, δηλαδή όλοι οι πολίτες, είναι καταδικασμένοι να φέρουν το βάρος των κρίσιμων πολιτικών αποφάσεων.