08/06/2012, Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, Ιστορικά ερωτήματα

Από την αρχή του σχεδιασμού του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος τη δεκαετία του ’80, οι οικονομολόγοι προειδοποιούσαν ότι η βιωσιμότητά του απαιτεί περισσότερα από μια κεντρική τράπεζα και ένα πλαίσιο νομισματικής πειθαρχίας. Απαιτεί θεσμούς όπως η δημοσιονομική και η τραπεζική -αν όχι και η πολιτική- ενοποίηση. Ωστόσο, η νομισματική ενοποίηση προχώρησε χωρίς αντίστοιχη οικονομική, και χωρίς την απαραίτητη δημοκρατική νομιμοποίηση του όλου εγχειρήματος. Υπήρχε βέβαια η πίστη ότι αυτόματα, ως απόρροια του κοινού νομίσματος θα συγκλίνουν και οι δημοσιονομικές πρακτικές των χωρών του βορά και του νότου. Η πίστη αυτή αποδείχτηκε σαθρή. Παρότι είχαν συμφωνήσει σ’ αυτό, οι περισσότερες κυβερνήσεις προέβαλαν αντίσταση στη μεταφορά οικονομικών αρμοδιοτήτων στην Ένωση, προστατεύοντας υποτίθεται την εθνική τους κυριαρχία.

Έτσι μετά την εισαγωγή του ευρώ το 1999 όχι μόνο οικονομική σύγκλιση δεν παρατηρήθηκε αλλά αντιθέτως οι χώρες του νότου είδαν το κόστος παραγωγής τους να αυξάνεται υπέρμετρα, την ίδια στιγμή που η Γερμανία κατόρθωσε με καθήλωση μισθών και δομικές μεταρρυθμίσεις να αυξήσει την ανταγωνιστικότητά της, έναντι εκείνης των χωρών του νότου. Η μείωση του κόστους παραγωγής της επέτρεψε να ενισχύσει τις εξαγωγές της, χωρίς το νόμισμά της να υπερτιμηθεί, όπως θα είχε συμβεί με το μάρκο. Την ίδια δεκαετία οι χώρες του ευρωπαϊκού νότου, εθελοτυφλούσαν μπροστά στο με γοργούς ρυθμούς αυξανόμενο χρέος τους.

Κατά ειρωνεία της ιστορίας, ωστόσο, ήταν ακριβώς η κρίση δημοσίου χρέους, και ιδίως η ανεξέλεγκτη εξέλιξή της στον πιο αδύνατο κρίκο της ευρωζώνης, τη χώρας μας, σε συνδυασμό με την πειστική πολιτική της ελληνικής Κυβέρνησης, που ανάγκασε τους ευρωπαίους εταίρους να αναλάβουν μέρος του χρέους μας αποδεχόμενοι το «κούρεμά» του. Και κυρίως να θεσπίσουν μηχανισμό στήριξης και διάσωσης των υπερχρεωμένων χωρών κάνοντας ένα δειλό βήμα προς τη δημοσιονομική σύγκλιση. Με άλλα λόγια, αυτό που δεν τόλμησαν να κάνουν με ούριο άνεμο σε μια δεκαετία, αναγκάστηκαν να το πράξουν στην τρικυμία της κρίσης. Τα βήματα αυτά όμως δεν είναι αρκετά.

Κάθε μέρα που περνά τίθενται ολοένα και πιο πιεστικά ερωτήματα στους ευρωπαίους εταίρους και ιδίως στο Βερολίνο: θα συμφωνήσουν να μοιραστούν το κόστος της κρίσης; Θα προχωρήσουν στην τραπεζική ενοποίηση ή θα επιτρέψουν τη σταδιακή διάλυση της ευρωζώνης, καθώς η Ισπανία φαίνεται να είναι το επόμενο αλλά όχι τελευταίο θύμα του σαρκοβόρου χρηματιστηριακού κεφαλαίου; Θα τολμήσουν τη δημοσιονομική ένωση πριν ή μετά την ελληνική ευρω-έξοδο; Η προχθεσινή δήλωση της Καγκελαρίου Μέρκελ ότι «έχουμε ανάγκη από περισσότερη Ευρώπη… από μία δημοσιονομική… και …από μία πολιτική ένωση» είναι ελπιδοφόρα. Αλλά ο δρόμος ακόμη μακρύς και αβέβαιος.

Για την Ελλάδα το ερώτημα είναι ακόμη πιο δραματικό: θα επιλέξουμε το ρόλο της Ιφιγένειας για να πλεύσουν τα πλοία της ευρωπαϊκής ενοποίησης; Ή θα θελήσουμε σοβαρά και θα προσπαθήσουμε όλοι μαζί και οργανωμένα να παραμείνουμε στο κατάστρωμα της πιο ευημερούσας –ακόμη- πολιτειακής οντότητας του πλανήτη; Στις κάλπες της 17ης Ιούνη κρύβεται μια πρώτη απάντηση. Η τελική όμως θα δοθεί τα επόμενα χρόνια και θα κριθεί από την ανάληψη της ευθύνης όλων μας, κυβερνώντων και κυβερνωμένων.

 

Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, 08/06/2012