Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ 03.08.12 – Δεν θα γιορταστεί φέτος η επέτειος αποκατάστασης της Δημοκρατίας στις 24 Ιουλίου, ανακοίνωσε η Προεδρία της Δημοκρατίας, και κάλεσε σε «περισυλλογή» και «αναζήτηση μιας άλλης νοηματοδότησης για τον εορτασμό της επετείου». Ποιο είναι λοιπόν το νόημα της επετείου αλλά και της δημοκρατίας σήμερα;

Καταρχάς, δεν πρέπει καθόλου να υποτιμούμε το γεγονός ότι εδώ και 38 συναπτά έτη το κοινοβουλευτικό πολίτευμα λειτουργεί ομαλά σε συνθήκες ελευθερίας. Επίσης, το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου αυτής συνοδεύτηκε από οικονομική ανάπτυξη με μείωση των οικονομικών ανισοτήτων. Ωστόσο, χωρίς να παραγνωρίζουμε την τεράστια αξία της ιστορικής αυτής κατάκτησης, πρωτόγνωρης για την Ελλάδα, δεν μπορούμε να μην παραδεχτούμε ότι την τελευταία δεκαετία κάνουν την εμφάνισή τους και στη χώρα μας σημάδια αλλοτρίωσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Τα στοιχεία αυτά συγκροτούν σύμφωνα με μια ανάγνωση ένα νέο τύπο πολιτεύματος που έχει ονομαστεί από το βρετανό πολιτικό επιστήμονα και κοινωνιολόγο Colin Crouch «μεταδημοκρατία».[1] Ο όρος αυτός σηματοδοτεί ταυτόχρονα μια ρήξη αλλά και μια συνέχεια με την κλασική συνταγματική δημοκρατία. Η συνέχεια συνίσταται στο γεγονός ότι κεντρικοί θεσμοί της κλασικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, όπως η διάκριση των λειτουργιών, οι περιοδικές εκλογές με καθολική ψηφοφορία, η λειτουργία των κοινοβουλίων και πολιτικών κομμάτων που ανταγωνίζονται και διακρίνονται μεταξύ τους, λιγότερο ή περισσότερο, βάσει προγραμματικών διακηρύξεων, λειτουργούν απρόσκοπτα και κατοχυρώνονται σε τυπικό-νομικό, και μάλιστα συνταγματικό, επίπεδο. Το γεγονός αυτό διαφοροποιεί τη σημερινή από προ-δημοκρατικές κοινωνίες.

Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, οι ίδιοι αυτοί θεσμοί δείχνουν να έχουν χάσει τη δύναμή τους να κινητοποιούν τους πολίτες, οι οποίοι αποσύρουν την την εμπιστοσύνη τους από το Κοινοβούλιο και τους εκλεγμένους αντιπροσώπους τους, είναι απρόθυμοι να ασχοληθούν με τα κόμματα και εκφράζουν μια ολοένα και εντεινόμενη δυσαρέσκεια για την πολιτική,.

Επιπλέον, τις τελευταίες δύο δεκαετίες παρατηρείται μια μείωση των ποσοστών συμμετοχής στις εκλογές σε ολόκληρη την Ευρώπη. Δεν είναι όμως μόνο η ποσοτική μείωση της συμμετοχής που ανησυχεί, αλλά και ο ποιοτικός δείκτης που φανερώνει ότι η αποχή βρίσκεται σε αντίστροφη σχέση με το μορφωτικό και οικονομικό επίπεδο του πολίτη. Όσο πιο χαμηλό το μορφωτικό επίπεδο των πολιτών, τόσο περισσότερο αυτοί αισθάνονται να μην εκπροσωπούνται, με αποτέλεσμα να αποσύρονται από τη δημοκρατική διαδικασία. Έτσι όμως ο κοινωνικός αποκλεισμός μεταλλάσσεται σε πολιτικό αποκλεισμό. Το φαινόμενο εμφανίζεται πια και στην Ελλάδα την τελευταία 8ετία. Το ποσοστό της πραγματικής αποχής ανήλθε στις εκλογές του 2012 γύρω στο 25% και σημαίνει ότι ένας στους τέσσερις ψηφοφόρους απείχε συνειδητά ή ήταν κοινωνικά αποκλεισμένος από τις εκλογές.

Κατ’ αποτέλεσμα το ιδεώδες της νομιμοποίησης της άσκησης της πολιτικής εξουσίας μέσω της συμμετοχής των πολιτών ως ζητούμενο της λειτουργίας των αντιπροσωπευτικών θεσμών δεν συμπίπτει με την κοινωνική πραγματικότητα. Το χάσμα μεταξύ πραγματικού και κανονιστικού συντάγματος διευρύνεται ολοένα και περισσότερο. Στο αποτέλεσμα αυτό συντελεί και η μεταφορά της λήψης των αποφάσεων από τα δημοκρατικά εκλεγμένα κοινοβούλια σε υπερεθνικά φόρα, ιδίως στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που καθιστά αδήριτη την ανάγκη και η ίδια η Ένωση να αναπροσαρμόσει το ουσιαστικό της σύνταγμα ώστε να ερείδεται περισσότερο στην πολιτική βούληση των πολιτών της.

Μεταδημοκρατία; (2)

Απέναντι στην απαισιόδοξη διάγνωση ότι τις τελευταίες δύο δεκαετίες αρχίζουμε να ζούμε το τέλος της δημοκρατίας εκφράζεται η άποψη ότι πρόκειται απλώς για μετασχηματισμό της. Ήδη στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ο γερμανός κοινωνιολόγος Ulrich Beck[2] είχε μιλήσει για την (επαν)επινόηση του πολιτικού και την υποκατάσταση των κομμάτων και των κοινοβουλίων από άλλες μορφές διαμόρφωσης της πολιτικής βούλησης και διεξαγωγής της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Πρόκειται ιδίως για κινήσεις πολιτών και μη κυβερνητικές οργανώσεις, διαδικασίες διαμεσολάβησης, συνειδητές και πολιτικοποιημένες καταναλωτικές συμπεριφορές και μποϋκοτάζ, μορφές έκφρασης στα ηλεκτρονικά κοινωνικά δίκτυα και αυτοοργάνωση για αντιμετώπιση κοινωνικών αναγκών, φόρα, διαμαρτυρίες και συγκεντρώσεις πολιτών. Επίσης, σε αρκετές χώρες της Ευρώπης διεξάγονται τις τελευταίες δύο δεκαετίες ολοένα και περισσότερα δημοψηφίσματα, ιδίως σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Οι περισσότερες από αυτές τις κινήσεις, βέβαια, δεν απευθύνονται απευθείας στο κράτος, όπως οι παραδοσιακές, αλλά αποτελούν μια κοινωνική έκφανση του Πολιτικού.

Οι μορφές αυτές συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών είναι πιο ευέλικτες και διαθέτουν τη δυναμική να αναπροσαρμόσουν τη δημοκρατία στις νέες κοινωνικές ανάγκες και δυνατότητες. Η μεταμόρφωση της συμμετοχής αποτελεί συνέπεια κοινωνικών διεργασιών, όπως η πολλαπλότητα και ποικιλότητα, καθώς και η εξατομίκευση της κοινωνικής ζωής, οι οποίες κάνουν τις παραδοσιακές μορφές πολιτικής συμμετοχής να μοιάζουν πεπαλαιωμένες. Αυτό αποτυπώνεται ιδίως στα πάλαι ποτέ μεγάλα κόμματα που, όπως απέδειξαν και οι τελευταίες εκλογές στην Ελλάδα, δεν δύνανται πλέον να ενσωματώσουν, να ομογενοποιήσουν και να εκφράσουν τα διαφορετικά κοινωνικά συμφέροντα.

Το προβληματικό είναι βέβαια ότι τα κατώτερα μορφωτικά και οικονομικά στρώματα δεν συμμετέχουν ούτε στις νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, όπως μειωμένη είναι η συμμετοχή τους και στους παραδοσιακούς αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, καθώς δεν διαθέτουν τα απαραίτητα εφόδια, όπως χρόνο, αυτοπεποίθηση καθώς και βασική πληροφόρηση και γνώση, για επιτυχή συμμετοχή σε αυτές. Εξ αυτού του λόγου δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι και αυτές οι νέες μορφές συμμετοχής κυριαρχούνται κατά κύριο λόγο από τα μορφωμένα μεσαία και υψηλά κοινωνικά στρώματα. Η μη συμμετοχή των κατώτερων μορφωτικά και οικονομικά στρωμάτων, ωστόσο, υποσκάπτει τη διαμόρφωση και έκφραση της πολιτικής βούλησης στο πλαίσιο των νέων μορφών συμμετοχής, οι οποίες έτσι αποκτούν ολιγαρχικά χαρακτηριστικά.

Συνεπώς, το πρόβλημα των σύγχρονων δημοκρατιών δεν είναι μόνο ή τόσο η μείωση της συμμετοχής αλλά κυρίως η ενίσχυση των κοινωνικών ανισοτήτων και η μετατροπή τους σε πολιτική ανισότητα. Αυτό όμως συνεπάγεται διάψευση της σημαντικότερης υπόσχεσης της δημοκρατίας για ίση πολιτική συμμετοχή, η οποία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την απομείωση των ανισοτήτων αναφορικά με τους κοινωνικούς όρους διαβίωσης.

Ήταν όμως ακριβώς η τήρηση αυτής της υπόσχεσης της δημοκρατίας που εγγυήθηκε την κοινωνική ειρήνη την τελευταία 50ετία. Αν, λοιπόν, επιθυμούμε τη διατήρηση τόσο της κοινωνικής αυτής ειρήνης όσο και της ίδιας δημοκρατίας, ζητούμενο είναι η ανάπτυξη τέτοιων θεσμών, πρακτικών και εγγυήσεων, που να μπορούν να αποτρέψουν ή να ανατρέψουν τη διάψευση των δύο θεμελιωδών υποσχέσεων της δημοκρατίας, της ίσης πολιτικής συμμετοχής και της κοινωνικοοικονομικής εξίσωσης, καθώς και τη διασύνδεσή τους, τη μετατροπή δηλαδή της κοινωνικής περιθωριοποίησης σε πολιτικό αποκλεισμό.

 

[1]  Colin Crouch, Μεταδημοκρατία, Αλ. Κιουπκιολής (μεταφρ), Εκκρεμές 2006.

[2] Ulrich Beck, Η επινόηση του Πολιτικού, Αθήνα: Νέα Σύνορα-Λιβάνης 1996

Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, 20/07 &03/08/2012