Εκκλησιαστική δικαιοσύνη ή αδικία;**
Ο απαρχαιωμένος Ν. 5383/1932 για την εκκλησιαστική δικαιοσύνη πρέπει να αντικατασταθεί από ένα σύγχρονο νομοθέτημα, σε αρμονία με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, που θα προβλέπει συγκρότηση ενός ειδικού σώματος με ανεξαρτησία και γνώση.

Ο χωρισμός κράτους-εκκλησίας ή η φορολόγηση της περιουσίας της τελευταίας είναι προσφιλή θέματα, σπανίως όμως γίνεται λόγος για τη λειτουργία της ‘εκκλησιαστικής δικαιοσύνης’, η οποία παρουσιάζει θεσμικές δυσλειτουργίες και ελλείμματα. Την αρμοδιότητα αυτή ασκούν κυρίως μητροπολίτες,ως ειδικότερη εκδήλωση της ιερατικής τους εξουσίας.

Η εκκλησιαστική δικαιοσύνη ενδιαφέρει την Πολιτεία για πολλούς λόγους: βάσει του ισχύοντος συστήματος της «νόμω κρατούσας Πολιτείας» είναι αυτή που ρυθμίζει το καθεστώς της Εκκλησίας. Επίσης, και οι επιβαλλόμενες ποινές συχνά θίγουν και ενίοτε προσβάλλουν θεμελιώδη δικαιώματα των κατώτερων ιδίως κληρικών και μοναχών. Εξού και η συχνή κριτική εκ των έσω, κυρίως από το σωματείο που εκπροσωπεί τους κατώτερους κληρικούς για την αυθαίρετη συχνά εξουσία του Μητροπολίτη, στην οποία αυτοί υπόκεινται.

Για τους λόγους αυτούς είναι προς τη σωστή κατεύθυνση η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (από την ΟλΣτΕ 825/1988 και εξής) να ελέγχει τις αποφάσεις των ‘εκκλησιαστικών δικαστηρίων’, θεωρώντας τα -όταν επιβάλλουν ποινές που επηρεάζουν την υπηρεσιακή κατάσταση του κληρικού,όπως η αργία ή η έκπτωση- ως ‘πειθαρχικά συμβούλια’ και άρα διοικητικά όργανα, οι αποφάσεις των οποίων υπόκεινται στη δικαιοδοσία του. Πρέπει λοιπόν να γίνονται σεβαστές οι αρχές του πειθαρχικού δικαίου.

Όσο, λοιπόν, ο χωρισμός δεν επέρχεται, και διατηρείται το καθεστώς που εξασφαλίζει στην Πολιτεία τη δυνατότητα ελέγχου και στην Εκκλησία,ως  νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, τα προνόμια ενός δημοσίου οργανισμού, η τελευταία οφείλει να σέβεται τις θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου. Δεν νοείται έτσι σύμπτωση ανακριτικής και δικαστικής αρμοδιότητας, ούτε η σύνθεση των ‘δικαστηρίων’ από μη ανεξάρτητους αλλά υφισταμένους του μητροπολίτη κληρικούς, ούτε η περιορισμένη δημοσιότητα και η ελλιπής πρόσβαση του κατηγορουμένου στα έγγραφα της προδικασίας.
Για όλους αυτούς τους λόγους ο απαρχαιωμένος Ν. 5383/1932 πρέπει να αντικατασταθεί από ένα σύγχρονο νομοθέτημα, σε αρμονία ουσιαστική και δικονομική με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, που θα προβλέπει συγκρότηση ενός ειδικού σώματος με ανεξαρτησία και γνώση.

 

**ΕΘΝΟΣ, 14/08/2014, http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22788&subid=2&pubid=64050105